Tuesday, 14 May 2013

Ζωή: Τυχαίο φαινόμενο ή Συμπαντική συνωμοσία ;

Πολλά από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του κόσμου μας, όπως οι σχετικιστικές δυνάμεις της βαρύτητας, ο ηλεκτρομαγνητισμός και οι δυνάμεις που υπάρχουν μέσα στους ατομικούς πυρήνες όσο και στις μάζες των πολυπληθών διαφορετικών σωματιδίων της ύλης - είναι τόσο τέλεια συντονισμένα που, έστω κι ένα να αλλάξει αυτό θα έκανε την ζωή αδύνατη.


Οι αστρονόμοι και οι φυσικοί βρίσκονται συνεχώς μπροστά στο φαινόμενο να επιχειρείται η αντιπεπιστημονική και επιπόλαια αμφισβήτηση των σύγχρονων επιστημονικών θεωριών, από απλούς ανθρώπους ή και ματαιόδοξους άσχετους συγγραφείς. Συνήθως η αντίκρουση αυτών αφελών επιθέσεων ενάντια στην επιστήμη είναι πολύ εύκολη για τους ειδικούς. Για αυτό και η περίπτωση του James Gardner είναι τόσο εκπληκτική. Αν και δεν είναι φυσικός ή αστρονόμος αλλά δικηγόρος, το βιβλίο του "Biocosmcame", στο οποίο υποστηρίζει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι το σύμπαν κατασκευάστηκε από μια φυλή εξωγήινων όντων, κέρδισε την εκτίμηση και υποστήριξη αρκετών διακεκριμένων επιστομόνων.

"Μια μυθιστορηματική προοπτική για το ρόλο της ανθρωπότητας στο σύμπαν" έγραψε για το βιβλίο, ο Martin Rees, ο αστρονόμος του Cambridge, συνάδελφος του Stephen Hawking, "Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές οι ιδέες θα αλλάξουν τις δικές σας", έγραψε, επίσης, ο Seth Shostak, αστρονόμος στο SETI.

Έχοντας ήδη κάποιους επιστήμονες που ενθάρρυναν την προσπάθειά του, ο Gardner, άρχισε να δίνει δημόσιες διαλέξεις όπου εξηγεί σε μεγάλα ακροατήρια την ιδέα που προτείνει στο βιβλίο του σχετικά με το μυστήριο του γιατί το σύμπαν, παρόλες τις αντίθετες πιθανότητες, είναι τόσο αξιοθαύμαστα φιλόξενο προς το φαινόμενο της ζωής.

Πολλά από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του κόσμου μας, όπως οι σχετικιστικές δυνάμεις της βαρύτητας, ο ηλεκτρομαγνητισμός και οι δυνάμεις που υπάρχουν μέσα στους ατομικούς πυρήνες όσο και στις μάζες των πολυπληθών διαφορετικών σωματιδίων της ύλης - είναι τόσο τέλεια συντονισμένα που, έστω κι ένα να αλλάξει αυτό θα έκανε την ζωή αδύνατη.

Ήδη από το 1999, ο Martin Rees, υποστήριξε ότι υπάρχουν μόνο "έξι αριθμοί" που κάνουν την ζωή δυνατή και αφού δεν υπάρχει κάποιος γνωστός νόμος που να προσδιορίζει την ακριβή τιμή αυτών των αριθμών, οι επιστήμονες θα πρέπει να αναζητήσουν μιαν άλλη εξήγηση γιατί είμαστε τόσο τυχεροί που... υπάρχουμε.

Η θέση ότι ο κόσμος, είναι σχεδιασμένος για να αναπτύξει την ζωή είναι γνωστό ως "ανθρωπική αρχή". Αρκετοί επιστήμονες είναι πεπεισμένοι ότι υπάρχει κάποιος νόμος που δίνει αυτές τις τιμές στις κοσμικές σταθερές και όταν τον βρούμε, η "ανθρωπική αρχή" θα "πάει περίπατο". Άλλοι θεωρούν ότι η απάντηση είναι πιο εύκολη διότι εάν οι κοσμικές τιμές, αυτές, ήταν διαφορετικές, δεν θα καθόμασταν εδώ τώρα να τα συζητάμε.

Οι διάφορες θρησκευτικές κοινότητες έχουν βρει στην "ανθρωπική αρχή" το βήμα στήριξης για την υποστήριξη ενός Θεού, κοσμικού σχεδιαστή που θέλησε να δημιουργήσει την ζωή. Οι επιστήμονες όμως, γνωρίζουν ότι όσες φορές στο παρελθόν αναζητήσαμε τον Θεό πίσω από τα φαινόμενα της φύσης, τελικά βρήκαμε νόμους κοσμικούς που εξηγούν και προσδιορίζουν όλα αυτά τα φαινόμενα, χωρίς να χρειαστούμε ένα Θεό για να μας τα δικαιολογήσει.

Είναι άραγε η "ανθρωπική αρχή", ένα πρόβλημα για την επιστήμη ;

Αντίθετα, πολλοί αστροφυσικοί, θεωρούν ότι δεν είναι πρόβλημα για την επιστήμη αλλά αντίθεται μια ευκαιρία για την βαθύτερη κατανόηση του σύμπαντος. Ο Rees, προτιμά να χρησιμοποιεί το ηλιακό μας σύστημα ως μια αναλογία. Λέει : "Εάν η Γη, ήταν ο μόνος πλανήτης στο σύμπαν, θα νιώθατε έκπληξη ότι συνέβη να βρίσκεται στην ακριβή απόσταση από τον ήλιο, για να γίνει κατοικίσημη". Αφού όμως ο Γαλαξίας περιέχει εκατομμύρια πλανήτες, δεν ήταν τελικά τόσο απίθανο, να υπάρχει έστω ένας πλανήτης που θα είχε την κατάλληλη απόσταση από τον ήλιο του για να φιλοξενήσει την ζωή. Και η ίδια σκέψη θα μπορούσε να προεκταθεί και για το σύμπαν. Ίσως υπήρξαν πολλάπλά σύμπαντα στα οποία οι κοσμικοί αριθμοί δεν είχαν τις κατάλληλες τιμές για να ανατπυχθεί ζωή και μέσα σε αυτές τις πιθανότητες, κάποιο σύμπαν, το δικό μας, επιτέλους είχε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να αναπτύξει την ζωή.

Όταν στα τέλη του 1980, ο φυσικός Steven Weinberg του πανεπιστημίου του Texas, έλπιζε ότι η "ανθρωπική αρχή" θα εξαφανιζόταν, σύντομα, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τόσες δεκαετίες μετά συμβαίνει το αντίθετο. Λέει: "Δεν είναι κάτι για το οποίο είμαστε χαρούμενοι. Κάθε Φυσικός ονειρεύεται να είναι ικανός να υπολογίζει κάθε τι μέσω μιας ομάδας φυσικών νόμων. (...) Είναι όμως σημαντικό να είμαστε ρεαλιστές. Θα πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι κάποια πράγματα που αποκαλούμε θεμελιώδεις σταθερές μπορεί να είναι ιστορικές συμπτώσεις".

Η ανθρωπική αρχή βγάζει από την άνεσή τους, τους επιστήμονες - και όχι γιατί απλά, βολεύει τους θεολόγους. Αυτό το "ξεβόλεμα" λέει ο Leonard Susskind, είναι καλό τελικά. Στο τέλος δεν θα έχει σημασία εάν η "ανθρωπική αρχή" μας κάνει ευτυχισμένους. Αυτό που έχει σημασία είναι εάν είναι αληθινή. Εάν δεν είναι, θα πρέπει οι επιστήμονες να καταφέρουν να εξηγησουν πολλά χαρακτηριστικά στο κόσμο μας που παραμένουν ανεξήγητα. Εάν η "ανθρωπική αρχή" αποδειχτεί αληθινή τότε το σύμπαν θα μοιάζει περισσότερο παράλογο "μπαρόκ" από ότι πριν.

Λέει ο Π. Κόελο στον "Αλχημιστή" ότι εάν θέλουμε κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να μας το προσφέρει. Μήπως η φυσική μας παρουσία είναι ένα τέτοιο δώρο του σύμπαντος που ονομάζεται "ανθρωπική αρχή"; Κι εάν ναι, ποιοι ήμαστε και που, πριν αναγκάσουμε το σύμπαν να γίνει συνωμότης; Κάπου εκεί στη "Ζώνη του Λυκόφωτος" όπου συνορεύει η Φυσική και η Μεταφυσική μας περιμένει ίσως κάποια απάντηση.
 
Πηγή: esoterica.gr
Συνέχεια. . . »

Thursday, 9 May 2013

Προσωκρατικοί - Οι θεμελιωτές της φυσικής επιστήμης


«Το λάθος της κοινής συνείδησης έγκειται στο ότι μετατρέπει το φανερό σε προφανές. Ενώ για την εγρήγορη συνείδηση τίποτε δεν είναι προφανές». Χ. Μαλεβίτσης.


Η προσωκρατική σκέψη δεν είναι εκδήλωση μιας ξαφνικής αφύπνισης του ελληνικού πνεύματος. Είναι η κορυφαία κατάληξη μιας μακροχρόνιας εξέλιξης και ωρίμασης της προσωπικότητας του Έλληνα. Καλύπτει τη χρο­νική περίοδο από τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. μέχρι το τέλος, περίπου, του 5ου αι. Π.Χ., που συμπίπτει – εξ ου και η συμβατική ονομασία της- με την εποχή που εμφανίζεται ο Σωκράτης.

Ο Ησίοδος (8ος-7ος αι. π.Χ.) θα κάνει το πρώτο βήμα απομυθοποίη­σης και μετάβασης από θεϊκές προσωποποιήσεις προς αντίστοιχες αφηρη­μένες έννοιες. Είναι εκείνος που θα θέσει για πρώτη φορά τα βασικά ερωτή­ματα για την «αλήθεια», για την «απαρχή» και για τη «συνοχή του κόσμου». Δίνοντας μια φυσιοκρατική απάντηση στην κοσμογονία του, φωτίζει ήδη τον δρόμο που θα ακολουθήσει ο ελληνικός στοχασμός. Το ελληνικό πνεύ­μα είναι πλέον ώριμο για το αποφασιστικό βήμα προς τη φιλοσοφία και την, ακόμη άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν, επιστήμη.

Αυτό το τελικό, αποφασιστικό βήμα θα είναι αποκλειστικό επίτευγμα των προσωκρατικών φιλοσόφων. Αυτοί είναι εκείνοι που θα αποτινάξουν τις τελευταίες μυθολογικές, ανθρωπομορφικές εικόνες, εκφράζοντας το γε­γονός αυτό και γλωσσικά με την αντικατάσταση των ονομάτων των θεών με λέξεις ουδετέρου γένους, όπως το «άπειρον», τα «εναντία», το «χρεών». Αυτοί είναι εκείνοι που θα γενικεύσουν προσωπικές, πρακτικές εμπειρίες και γνώ­σεις, ανάγοντας τις σε καθολικές αρχές και θεωρίες. Για πρώτη φορά η αν­θρώπινη νόηση εστιάζεται στην αλήθεια, αναζητώντας την υποκείμενη τάξη και σταθερότητα στη φύση, θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει με πνεύμα ορθολογικό και κριτικό; και ο τρόπος αυτός θα είναι καθοριστικός για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης.

Και επιστήμης; Μερικοί θα αμφισβητήσουν το τελευταίο. Η επιστήμη, θα πουν, βασίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα. Κακώς, λοιπόν, οι Προσωκρατικοί ονομάζονται επιστημονικοί φιλόσοφοι. Οι προτάσεις τους υπήρξαν δογματικές τόσο σε θέματα που επιδέχονται παρατηρήσεις και πειράματα όσο και σε ζητήματα που δεν προσφέρονται σε αυτά. Επομένως, θα συμπεράνουν, στους προσωκρατικούς φιλοσόφους υπάρχει έντονο ακό­μη το σύνθετο στοιχείο του μάντη-ποιητή-σοφού, δια του οποίου τους απο­καλύπτεται η αλήθεια. Έμπνευση και διαίσθηση, όχι εμπειρία και λογική, εί­ναι εκείνο που φωτίζει το πνεύμα τους. Και αυτό δεν είναι επιστήμη. Λάθος, θα υποστηρίξουν άλλοι. Στα ελάχιστα αποσπάσματα των Προσωκρατικών που σώζονται, μπορούμε να διακρίνουμε παρατηρήσεις, πάνω στις οποίες βασίζονται οι θεωρίες τους. Αν διασώζονταν όλα τα έργα τους, τότε θα ήταν ολοφάνερη η εδραίωση των θεωριών τους πάνω στην παρατήρηση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις σωζόμενες, της ίδιας εποχής, ιατρικές πραγ­ματείες της ιπποκράτειας ιατρικής, η οποία, με βάση τη συσσωρευμένη εμπειρία, προβαίνει σε γενικεύσεις που υποβάλλονται και σε στοιχειώδη πειραματικό έλεγχο. Δογματική, ως ένα βαθμό, σκέψη μπορεί να εντοπισθεί μόνο στους Πυθαγορείους – και εν μέρει στον Εμπεδοκλή (στο έργο του Κα­θαρμοί)- των οποίων ο θεολογικός στοχασμός είναι ξένος προς τον στοχα­σμό όλων των άλλων Προσωκρατικών. Είναι αυθαίρετο να κατατάσσει κα­νείς τον Ηράκλειτο ή τον Παρμενίδη στους Ορφικούς ή στους Σαμάνους. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο G. Vlastos2, o Παρμενίδης, μολονότι παρουσιάζει τη θεωρία του ως θρησκευτική αποκάλυψη, δεν βασίζει την ορθότητα του ισχυρισμού του σε υπερφυσική έμπνευση. Η θεά του δεν λέει «πίστεψε», αλλά «κρίναι λόγω», κρίνε με τη λογική. Ούτε υπάρχει καμιά απέχθεια των Προσωκρατικών προς την αισθητήρια εμπειρική διερεύνηση. «Αλλά να παρατηρείς με κάθε τρόπο πώς καθετί φανερώνεται, μήτε έχοντας περισσότερη εμπιστοσύνη στην όραση από την ακοή, ούτε στην πολυθόρυβη ακοή από τη γεύση, ούτε να αρνιέσαι την πίστη σου σε κάποιο από τα άλλα όργανα, που πέρασμα είναι για την νόηση, αλλά να κατανοείς με τον τρόπο που φανερώνεται κάθε πράγμα», παροτρύνει ο Εμπεδοκλής. Και ο Ηράκλειτος θα πει: «Για τους ανθρώπους που έχουν βάρβαρες ψυχές, είναι κακοί μάρτυρες τα μάτια και τ’ αυτιά», που σημαίνει ότι η μαρτυ­ρία των αισθήσεων είναι αληθινή στο μέτρο που ο άνθρωπος έχει την αντί­ληψη να εκτιμήσει σωστά. Επομένως, οι Προσωκρατικοί υπήρξαν επιστημο­νικοί φιλόσοφοι, συμπεριλαμβανομένων και των Πυθαγορείων, που, πρώτοι αυτοί εισήγαγαν την κατ’ εξοχήν επιστημονική μέθοδο των μαθηματικών στη διερεύνηση των φυσικών φαινομένων και που αποδεδειγμένα χρησιμο­ποίησαν και την παρατήρηση και το πείραμα (π.χ. στην σχέση μηκών χορ­δής) στις θεωρίες τους.

Ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσον οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι υπήρ­ξαν και οι θεμελιωτές της επιστήμης απαιτεί βαθύτερη ανάλυση, θα υπεν­θυμίσουμε, βεβαίως, ότι οι παρατηρήσεις μας αναφέρονται αποκλειστικά στην πρώτη περίοδο, την Προσωκρατική (6ος-5ος αι. π.Χ.), της ελληνικής φιλοσοφίας και όχι στα μετέπειτα ελληνικά φιλοσοφικό συστήματα3. Τα τε­λευταία, ιδίως από τότε που εξελίχθηκαν σε δόγματα κατά τη μεσαιωνική σχολαστική περίοδο, διαφέρουν σαφώς από την κριτική ορθολογική παρά­δοση των Προσωκρατικών.

Το επίτευγμα των Προσωκρατικών έγκειται στην ορθολογική, κριτική θεώρηση ολόκληρου του σύμπαντος ως μιας εύτακτης ενότητας, τον «κόσμον». Η διαπίστωση αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση του τρόπου διερεύνησης της φύσης και καταδεικνύει πόσο άδικη είναι η μομφή ορισμέ­νων που θα ήθελαν οι Προσωκρατικοί να ασχοληθούν πρώτα με την έρευ­να των γύρω τους επιμέρους αντικειμένων και μετά να προχωρήσουν σε κοσμογονικά προβλήματα. Καθώς ο αρχαίος Έλληνας της εποχής αυτής βλέπει ακόμη τον κόσμο ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο οργανικό σύνολο, μέ­σα στο οποίο φύση, κοινωνία, άνθρωπος είναι αρμονικά εντεταγμένα, υπα­κούοντας στους ίδιους φυσικούς-βιολογικούς-κοινωνικούς νόμους, είναι επόμενο και κατανοητό να θέσει, πρώτα, ερωτήματα που αφορούν ολόκλη­ρο το σύμπαν, δηλαδή ερωτήματα κοσμολογικά (της πρώτης αρχής, της πρωταρχικής ουσίας) και μετά να επεκταθεί σε επιμέρους θέματα. Έτσι, θα αρχίσει με τολμηρές, κοσμογονικές θεωρίες, για να καταλήξει στα έμβια όντα, στον άνθρωπο. Η μέθοδος του, επομένως, είναι εκ των πραγμάτων κυρίως παραγωγική (deductive), εκ του γενικού προς το μερικό, αντί της επαγωγικής (inductive) ερευνητικής μεθόδου, από τα μέρη προς το όλον, που προβλήθηκε ως η κατ’ εξοχήν επιστημονική μέθοδος κατά την Αναγέν­νηση. Είναι όμως πράγματι ο προσωκρατικός, παραγωγικός τρόπος προ­σέγγισης του μυστηρίου της φύσης αντιεπιστημονικός; Αυτό θα εξετάσου­με αμέσως παρακάτω.

Η ιστορία της σύγχρονης επιστήμης αρχίζει με την Αναγέννηση. Ενώ ο Galileo Galilei (1564-1642) υπήρξε ο θεμελιωτής της σύγχρονης πειραματικής επιστήμης, ο σύγχρονος του Francis Bacon (I56I-I626) θεωρείται, χω­ρίς ο ίδιος να είναι επιστήμων, ο εμπνευστής της νεότερης επαγωγικής μεθό­δου: «Οι αρχαίοι», θα πει, «είχαν έναν ειδικό τρόπο διερεύνησης και ανακά­λυψης, και τα γραπτά τους έργα το αποδεικνύουν. Ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε αμέσως συνήγαγαν από μερικά περιστατικά και λεπτομέρειες γενικότε­ρα συμπεράσματα ή τις ίδιες τις αρχές της επιστήμης και, μετά, με τις άμεσες προτάσεις τους, έβγαζαν τα επιμέρους συμπεράσματα και τα έλεγχαν με βά­ση την αναμφισβήτητη και εδραιωμένη αλήθεια των πρώτων»4. Αυτή όμως η μέθοδος είναι, κατά τον F. Bacon, εσφαλμένη. Αντί να προσπαθεί να ανακα­λύψει κανείς την αλήθεια απαγωγικά, με τη χρησιμοποίηση γενικών συλλογι­στικών κανόνων, θα πρέπει, αντίθετα, να αρχίζει από επιμέρους παρατηρή­σεις και προτάσεις και να καταλήγει σταδιακά σε γενικότερες θεωρίες. Στο μεγάλο έργο του Novum Organum -τίτλος επιλεγμένος σε συνειδητή αντιδια­στολή προς το Όργανον του Αριστοτέλους – θα υποδείξει την επιστημονική μέθοδο δι’ επαγωγής για την επίτευξη του σκοπού αυτού, υποστηρίζοντας ότι ο αληθινός επιστήμονας «καταλήγει σε κανόνες από τις αισθήσεις και από ειδικές, συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ανέρχεται συνεχώς και σταδια­κά, έως ότου τελικά φθάσει σία πιο γενικά αξιώματα. Αυτός είναι ο αληθινός δρόμος, που όμως δεν χρησιμοποιήθηκε»5.

Ο ίδιος o F. Bacon εν τούτοις, βαθύς μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, θα εξαιρέσει από την πολεμική του κατά του πλατωνικού και κυρίως αριστοτελικού δογματισμού το έργο των Προσωκρατικών: «Η πε­ρίοδος κατά την οποία η φυσική φιλοσοφία φάνηκε κυρίως να ακμάζει με­ταξύ των Ελλήνων», παρατηρεί, ήταν πολύ σύντομη, καθώς κατά μεν την πρώιμη αρχαϊκή εποχή, οι επτά Σοφοί (με εξαίρεση τον Θαλή) ασχολήθη­καν με τους ηθικούς κανόνες και την πολιτική, ενώ κατά μια μετέπειτα επο­χή, αφού ο Σωκράτης προσγείωσε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη Γη, επικράτησε η ηθική φιλοσοφία και απέσπασε την προσοχή του ανθρώπου από τον φυσικό κόσμο… (Οι προσωκρατικοί) όπως ο Εμπεδοκλής, ο Ανα­ξαγόρας, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος, ο Ξενο­φάνης, ο Φιλόλαος και οι λοιποί (εξαιρώ τον Πυθαγόρα, που ήταν προληπτικός) δεν ίδρυσαν, εξ όσων γνωρίζουμε, Σχολές, αλλά προχώρησαν στη διερεύνηση της αλήθειας σιωπηλά και με μεγαλύτερη αυστηρότητα και σε­μνότητα, δηλαδή με λιγότερη επιτήδευση και επίδειξη. Έτσι, κατά τη γνώμη μας, ενήργησαν με μεγαλύτερη σύνεση, ακόμη και αν τα έργα τους μπορεί να χάθηκαν με την πάροδο του χρόνου… Τα ομοιομερή του Αναξαγόρα, τα άτομα του Λευκίππου και του Δημοκρίτου, ο ουρανός και η γη του Παρμε­νίδη, η έρις και η φιλία του Εμπεδοκλέους, η αποσύνθεση και επανένωση των σωμάτων στην κοινή φύση της φλόγας κατά τον Ηράκλειτο, παρουσιά­ζουν μερικά διάσπαρτα δείγματα φυσικής φιλοσοφίας και πειράματος»6.

Έχει, όμως, γενικότερα o F. Bacon δίκαιο; Είναι πράγματι η δι’ επαγω­γής μέθοδος, από τις επιμέρους παρατηρήσεις προς τη γενικότερη θεωρία, ο μόνος επιστημονικός δρόμος; Το γεγονός ότι οι Προσωκρατικοί, για τους λόγους που προαναφέραμε, στοχάστηκαν παραγωγικά, αρχίζοντας από συ­μπαντικές, γενικές ερωτήσεις και όχι από μεμονωμένες, εξειδικευμένες πα­ρατηρήσεις, σημαίνει ότι στερούνται επιστημονικής σκέψης; Η ίδια η ιστο­ρία της σύγχρονης επιστήμης αναιρεί τον ισχυρισμό αυτό. Ο Β. Russell θα παρατηρήσει: «Η επαγωγική μέθοδος του F. Bacon σφάλλει κατά το γεγονός ότι δεν αποδίδει επαρκή σημασία στην (επιστημονική) υπόθεση. Πίστευε πως η απλή τακτοποίηση των δεδομένων θα καθιστούσε τη σωστή υπόθεση αυτόδηλη. Αλλά τούτο σπανίως συμβαίνει. Κατά κανόνα, η διατύπωση υπο­θέσεων είναι το δυσκολότερο μέρος του επιστημονικού έργου και το μέρος που διεκδικεί την πιο μεγάλη ικανότητα. Μέχρι τώρα δεν έχει ευρεθεί μέθο­δος που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την επινόηση υποθέσεων»7. Η απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα του F. Bacon, πώς θα φθάσει στην αντι­κειμενική αλήθεια, δεν έγκειται στην -εκ φύσεως αδύνατη – απογύμνωση της παρατήρησης από κάθε θεωρία ή προσδοκία, αλλά στην κριτική θεώ­ρηση και στον κριτικό, πειραματικό έλεγχο. Δεν είναι αντιεπιστημονικό να εκφράζει κανείς εικασίες, παρατηρεί ο R. Feynman, βραβείο Nobel Φυσικής 1965. «Απλώς υπάρχει αβεβαιότητα. Αντιεπιστημονικό θα ήταν να μην δια­τυπωθεί η εικασία. Εικασίες πρέπει να γίνονται, επειδή οι παρεκτάσεις (extrapolations) είναι τα μόνα πράγματα που έχουν κάποια πραγματική αξία»8. Η υπόθεση είναι εκείνη που προηγείται και καθοδηγεί την παρατή­ρηση. «Είναι για λόγους αρχής τελείως εσφαλμένο», επισημαίνει ο Α. Einstein σε μια συζήτηση του με τον W. Heisenberg, «να θέλει κανείς να εδραιώσει μια θεωρία αποκλειστικό επάνω σε παρατηρήσιμα μεγέθη. Γιατί, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κατά πρώτον, η θεω­ρία αποφασίζει τι μπορεί κανείς να παρατηρήσει». Δύο φαίνεται να είναι οι τρόποι σύλληψης μιας υπόθεσης ή θεωρίας: Ο πρώτος βασίζεται στην ενό­ραση10, ο δεύτερος στην ορθολογική κρίση. Ενόραση, διαίσθηση απαντά σε όλους τους λαούς. Ο κριτικός ορθολογισμός όμως απαντά για πρώτη φορά στους Προσωκρατικούς και είναι μοναδικό, δικό τους επίτευγμα. Οι Προ­σωκρατικοί είναι εκείνοι οι οποίοι δημιουργούν για πρώτη φορά μια επιστη­μονική παράδοση που επιτρέπει και ενθαρρύνει -σε αντίθεση με όλες τις άλλες Σχολές των οποίων μοναδική επιδίωξη είναι η διαφύλαξη και διατή­ρηση της διδασκαλίας των ιδρυτών τους- την με κριτικό πνεύμα αναθεώρη­ση των θεωριών των παλαιότερων από τους νεότερους «φυσιολόγους».

Η παρατήρηση δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην αλήθεια. Αντίθετα, ο αρ­μονικός συνδυασμός της ενόρασης με την ορθολογική κριτική, που διακρί­νει κατ’ εξοχήν το πνεύμα των Προσωκρατικών, αποτελεί τον επίπονο δρό­μο της σύλληψης μιας θεωρίας. Η ιστορία της επιστήμης έχει να παρουσιά­σει πληθώρα παραδειγμάτων που επιβεβαιώνουν τη θέση αυτή. Ήδη ο σύγ­χρονος του F. Bacon και εδραιωτής της επιστημονικής, πειραματικής διε­ρεύνησης G. Galilei θα εκφράσει τον θαυμασμό του προς τους μεγάλους πρωτεργάτες της ηλιοκεντρικής θεωρίας, οι οποίοι, «σε οξεία αντίθεση με τη μαρτυρία των ίδιων των αισθήσεων τους και με την αποκλειστική δύναμη του νου, προτίμησαν εκείνο που τους υπέδειξε η λογική από αυτό που η αι­σθητήρια εμπειρία καθαρά τους φανέρωνε… δεν υπάρχει όριο στην κατά­πληξη μου, όταν σκέπτομαι πως ο Αρίσταρχος και ο Κοπέρνικος ήταν ικα­νοί να αφήσουν τη λογική να υπερνικήσει τις αισθήσεις και, αψηφώντας τις, να κάνουν τη λογική κυρίαρχη της πεποίθησης τους», θα δούμε σειρά τέ­τοιων παραδειγμάτων στο έργο των Προσωκρατικών. Το πρώτο τέτοιο πα­ράδειγμα στην ιστορία της επιστήμης αποτελεί αναμφίβολα η θεωρία του Αναξίμανδρου, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ότι η Γη αιωρείται στο κενό, θεωρία που κατά τον Κ. Popper «είναι μια από τις τολμηρότερες, τις πιο επαναστατικές και τις πιο θαυμαστές ιδέες σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρωπίνου πνεύ­ματος»12. Το αξιοσημείωτο στην ιδέα αυτή είναι ότι η ενόραση και η λογική οδήγησαν τον Αναξίμανδρο στο σωστό συμπέρασμα ότι η Γη δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται πουθενά, αλλά πρέπει να αιωρείται, ενώ, αντίθετα, η παρατήρηση και η εμπειρία ότι βρισκόμαστε πάνω σε μια επίπεδη γήινη επι­φάνεια με τον κυκλικό ορίζοντα γύρω μας ήταν εκείνες που τον παρέσυραν στην εσφαλμένη αντίληψη ότι η Γη είναι κύλινδρος (και όχι σφαίρα), σε μια από τις επίπεδες επιφάνειες του οποίου ζει ο άνθρωπος.

Η επιστημονική, ορθολογική κριτική παράδοση που θεμελιώνει ο Ανα­ξίμανδρος αντικατοπτρίζεται, δυόμιση χιλιετίες αργότερα, στα λόγια του Α. Einstein: «Η μέθοδος του θεωρητικού συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση, ως θεμελίου γενικών προϋποθέσεων, των λεγόμενων Αρχών, από τις οποίες μπορεί να συναγάγει συμπεράσματα. Η δραστηριότητα του διακρίνεται σε δύο μέρη. Πρώτον, πρέπει να ανακαλύψει τις αρχές αυτές, δεύτερον να αναπτύξει τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές…. Η πρώτη από τις δυο δραστηριότητες, δηλαδή εκείνη της κατάστρωσης μιας θεωρίας, που θα πρέπει να χρησιμεύσει ως βάση για την παραγωγή (Deduktion), είναι τε­λείως διαφορετικού τύπου. Εδώ δεν υπάρχει κάποια συστηματικά εφαρμο­ζόμενη μέθοδος που μπορεί να τη διδαχθεί κανείς και που οδηγεί στον στό­χο. Ο ερευνητής πρέπει μάλλον να αφουγκραστεί (ablauschen) κατά κάποι­ον τρόπο αυτές τις γενικές αρχές από τη φύση, με το να διαβλέψει ορισμέ­να γενικά χαρακτηριστικά σε μεγαλύτερα συμπλέγματα εμπειρικών γεγονό­των, που μπορούν va διατυπωθούν με ακρίβεια… Όσο όμως οι αρχές που μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση της παραγωγικής μεθόδου δεν έχουν βρεθεί, δεν χρησιμεύει κατ’ αρχήν στον θεωρητικό σε τίποτε το μεμονωμένο εμπειρικό γεγονός. Πολύ περισσότερο δεν είναι καν σε θέση να αρχίσει κάτι με μεμονωμένους, εμπειρικά διατυπωμένους, γενικότερους νόμους»13. Η μομφή, επομένως, ότι οι Προσωκρατικοί δεν έχουν να επιδείξουν επιστημο­νική σκέψη γιατί δεν είχαν ως αφετηρία τις επιμέρους παρατηρήσεις δεν ευ­σταθεί. Ξεκινούν και αυτοί, όπως θα πει ο A. Einstein, «αφουγκραζόμενοι», με ενόραση και κριτική ορθολογική σκέψη, ορισμένες «αρχές από τη φύ­ση» και παραγωγικά προχωρούν μετά στα επιμέρους συμπεράσματα.

Θα μπορούσε, όμως, να τους προσάψει κανείς μια άλλη μομφή: το ότι παρέβλεψαν να υποβάλουν τις θεωρίες τους σε πειραματικό έλεγχο, όπως τον εννοούμε σήμερα. Η αντικειμενικότητα μιας θεωρίας δεν βασίζεται μόνο στον κριτικό στοχασμό ή/και στην ενόραση, αλλά και στην κριτική εξέταση των πειραμάτων που θα οδηγούσαν στην αποδοχή ή απόρριψη της θεω­ρίας. Η μομφή επομένως αυτή, θεωρητικά τουλάχιστον, φαίνεται να είναι βάσιμη. Γιατί οι Προσωκρατικοί δεν επιδίωξαν την πειραματική απόδειξη των θεωριών τους; Ήταν από επιπολαιότητα και έλλειψη διορατικότητας ή υπάρχει κάποιο βαθύτερο αίτιο γι’ αυτό; Οπωσδήποτε δεν πρέπει να ξε­χνούμε ότι βρισκόμαστε στον 6ο-5ο αι. π.Χ. Η τεχνολογία είναι υποτυπώδης. Τεχνικά μέσα πειραματισμού και όργανα μετρήσεως είναι ακόμη, με λίγες εξαιρέσεις, ανύπαρκτα. Τεράστια πρακτικά εμπόδια δυσχεραίνουν την άνετη διακίνηση των ιδεών και των πληροφοριών μεταξύ διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. Λεξιλόγιο για τη διατύπωση φιλοσοφικών και επιστημονικών όρων δεν υπάρχει ακόμη. Πρέπει να εφευρεθεί από τους ίδιους τους Προ­σωκρατικούς, για πρώτη φορά, προς τον σκοπό αυτό η στοιχειώδης, απα­ραίτητη ορολογία, θα μπορούσε να πει κανείς, παραφράζοντας τη ρήση του W. Churchill, ότι ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, τόσο λίγοι, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δεν εξέφρασαν, με τόσο περιορισμένα λεκτι­κά και τεχνικά μέσα, έναν τόσο μεγάλο πλούτο ιδεών. Η φυσική και όλες οι επιστήμες βρίσκονται ακόμη άρρηκτα ενωμένες με τη φιλοσοφία. Μια φιλο­σοφική θεωρία, και σήμερα ακόμη, δεν αποδεικνύεται με πειράματα. Αν με­ταφερθούμε στην εποχή εκείνη, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δύσκολα ακόμη θα ήταν σε θέση να διακρίνουν μεταξύ μιας φυσικής, υποκείμενης σε πειραματική απόδειξη, υπόθεσης και μιας φιλοσοφικής a priori θεωρίας. Η ίδια αυτή θεώρηση του σύμπαντος μαζί με τον άνθρωπο ως ενός ενιαίου, οργανικού συνόλου θα οδηγήσει πολλές φορές τον προσωκρατικό στοχα­σμό σε μια περισσότερο βιολογική παρά φυσικομαθηματική θεώρηση των κοσμικών φαινομένων. Αυτό αποτελεί σε γενικές γραμμές το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι Προσωκρατικοί.

Υπάρχει ίσως και ένα βαθύτερο αίτιο για την έλλειψη της πειραματικής απόδειξης στις θεωρίες τους. Αυτό είναι η ίδια η στάση του προσωκρατικού πνεύματος απέναντι στη φύση: «Ένα ουσιώδες γνώρισμα του πειράματος», θα παρατηρήσει ο S. Sambursky, «είναι η απομόνωση ενός φαινομένου στην καθαρότητα του, προκειμένου να το μελετήσουμε πιο διεξοδικά και συστηματικά. Αυτή η απομόνωση είναι τεχνητή, γιατί τα φυσικά φαινόμενα αποτελούν πάντοτε αναπόσπαστο τμήμα ενός ολόκληρου δικτύου αλληλοε­ξαρτώμενων διεργασιών… Υπό αυτήν την έννοια, μπορούμε να θεωρήσουμε το πείραμα ως αφύσικο»14, στο μέτρο που μια διεργασία απομονώνεται από το φυσικό της περιβάλλον και υποβάλλεται σε ελεγχόμενες από τον άν­θρωπο συνθήκες. Για τον αρχαίο Έλληνα, που θεωρεί τη φύση στην ολότη­τα της ως μια αδιάσπαστη ενότητα, θα ήταν μάλλον αδιανόητη η τεχνητή διάσπαση του αρμονικού συνόλου και η απομόνωση και αλλαγή των παρα­μέτρων ενός τμήματος του. «Ο επιστήμονας», επισημαίνει ο φυσικός Η.Ρ. Dórr, «διαθέτει βεβαίως διάφορα «δίχτυα» για τη σύλληψη της πραγματικό­τητας (είναι όμως φανερό) ότι, παρά την όλη επιδεξιότητα στην παρατήρη­ση, κάθε παρατήρηση υποχρεώνει σε έναν περιορισμό και μια επιλογή»15. Αυτό δεν θα ήταν μόνο άτοπο για τους Προσωκρατικούς, αλλά θα αποτε­λούσε ίσως και «ύβριν», προσπάθεια επέμβασης στα φαινόμενα του αρμονι­κού «κόσμου».

Αλλά ίσως να διαισθάνονταν επίσης ότι, στο μέτρο που θα ασχολού­νταν με επιμέρους πειραματικά δεδομένα, θα στένευαν τα όρια της σκέψης τους. Ο στόχος των Προσωκρατικών είναι μεγαλεπίβολος. Σκοπός τους εί­ναι να κατανοήσουν, όχι να περιγράψουν τη φύση. Είναι εξαιρετικά οξυδερ­κείς και ενορατικοί, ώστε να μπορούν να διαισθάνονται ότι τυχόν ενασχόλη­ση τους με επιμέρους λεπτομερειακές, πειραματικές αποδείξεις θα σήμαινε κατ’ ανάγκην απόκλιση από τον μοναδικό στόχο τους, που είναι το «ειδέναι» τον κόσμο στην ολότητα του. Το πόσο δίκαιο είχαν θα το επισημάνει με κά­ποια πικρία και νοσταλγία σε μια διάλεξη του, είκοσι πέντε αιώνες αργότε­ρα, ο W. Heisenberg: «Όσο διευρύνεται το πεδίο που μας διανοίγεται στη φυσική, χημεία και αστρονομία τόσο περισσότερο φροντίζουμε να αντικαθι­στούμε τον όρο «φυσική εξήγηση» με τον πιο ταπεινό όρο «φυσική περι­γραφή», και τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η πρόοδος δεν αναφέρεται σε άμεση γνώση, αλλά σε αναλυτική εμβάθυνση. Με κάθε μεγά­λη ανακάλυψη -και αυτό μπορεί να το παρακολουθήσει κανείς ιδίως στη σύγχρονη φυσική— μειώνονται οι απαιτήσεις των ερευνητών για μια κατα­νόηση του κόσμου υπό την πρωταρχική του έννοια»16.

Αλλά οι Προσωκρατικοί, και αν ακόμη ήθελαν να ελέγξουν πειραματικά τις θεωρίες τους, οι περισσότερες από αυτές θα ήταν ακόμη τόσο γενικές, ώστε θα ήταν αδύνατο, στο πρώιμο αυτό στάδιο, να διατυπωθούν και πολύ περισσότερο να διενεργηθούν σχετικά πειράματα για την υποστήριξη των θεωριών τους. Ποιο πείραμα θα μπορούσε να αποδείξει μια υπόθεση για την απαρχή του σύμπαντος ή ποιο πείραμα τη δημοκρίτεια ατομική δομή της ύλης; Μήπως, επομένως, ενήργησαν αντιεπιστημονικά, σπεύδοντας να ανακοινώσουν τις θεωρίες τους, χωρίς να έχουν πρώτα απτές αποδείξεις για την ορθότητα τους; Η απάντηση είναι «όχι». Η ιστορία της επιστήμης τα τε­λευταία τριακόσια χρόνια βρίθει από παραδείγματα διαπρεπών επιστημόνων που διατύπωσαν μια θεωρία τους πολύ πριν υπάρξει πειραματική απόδειξη γι’ αυτήν. Αρκεί να αναφέρουμε στον 20ο αιώνα τη Γενική θεωρία της Σχετικότητας του Α.Einstein ή την υπόθεση του νετρίνου του W. Pauli. Ασφαλώς οι μεγάλοι αυτοί φυσικοί δεν ήταν λιγότερο επιστήμονες, όταν προέτρεξαν με τη θεωρία τους. Ο A.Einstein θα επισημάνει: «Μπορεί να παρουσιαστεί η περίπτωση σαφώς διατυπωμένες αρχές να οδηγούν σε συνέπειες, οι οποίες βρίσκονται τελείως ή σχεδόν τελείως εκτός των ορίων της περιοχής δεδομέ­νων που είναι προσιτά στην εμπειρία μας. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να απαιτηθεί πολύχρονη εμπειρική, ερευνητική εργασία για να διαπιστώσου­με κατά πόσον οι θεωρητικές αρχές ανταποκρίνονται στην αλήθεια»17.

Υπάρχει και ένα τελευταίο ερώτημα: Είναι οι φυσικές θεωρίες των Προ­σωκρατικών σωστές; Και εάν -όπως συμβαίνει με τις περισσότερες- διαψεύσθηκαν αργότερα, το γεγονός αυτό δεν τις αποστερεί από την ιδιότητα της επιστημονικότητας; Η απάντηση είναι αρνητική. Κατ’ αρχήν, στη μα­κραίωνη πορεία της επιστήμης, υπάρχει πλήθος θεωριών, ακόμη και πειρα­ματικά τεκμηριωμένων, που έχουν παύσει να ισχύουν και έχουν αντικατα­σταθεί από νεότερες, οι οποίες ισχύουν σήμερα και που μπορεί στο απώτε­ρο μέλλον να αντικατασταθούν και πάλι από άλλες που θα αποδειχθούν ορθότερες. «Μα δεν είναι οι θεωρίες του Αναξίμανδρου εσφαλμένες, και γι’ αυτόν το λόγο μη επιστημονικές;», διερωτάται ο Κ. Popper. «Είναι εσφαλμέ­νες, αλλά το ίδιο είναι πολλές θεωρίες βασισμένες σε αναρίθμητα πειράμα­τα, τις οποίες αποδεχόταν η σύγχρονη επιστήμη μέχρι πρόσφατα και των οποίων τον επιστημονικό χαρακτήρα κανείς δεν θα διανοούνταν να αμφι­σβητήσει, παρ’ όλο που τώρα πιστεύεται ότι είναι εσφαλμένες… Μια εσφαλ­μένη θεωρία μπορεί να αποτελεί ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα όσο και μια αληθινή. Και πολλές εσφαλμένες θεωρίες συνέβαλαν περισσότερο στην αναζήτηση της αλήθειας από όσο μερικές λιγότερο ενδιαφέρουσες θεωρίες που εξακολουθούν να είναι ακόμη αποδεκτές»18. Μήπως δεν ήταν οι -εκ των υστέρων εσφαλμένοι- κλασικοί νόμοι της ενεργειακής ακτινοβολίας μέ­λανος σώματος των W. Wien και j. Rayleigh-J. Jeans εκείνοι που οδήγησαν τον M. Planck στην κριτική θεώρηση και διατύπωση της κβαντικής θεωρίας; Ή μήπως δεν ήταν η -εσφαλμένη- ατομική υπόθεση του Ε. Rutherford, πάνω στην οποία βασίστηκε ο Ν. Bohr για την ανάπτυξη της ατομικής θεω­ρίας του; Όπως σημειώνει ο Κ. Popper στο δοκίμιο του Back to the Presocratics, «υπάρχει η πιο τέλεια δυνατή νοητική συνέχεια σκέψης μεταξύ των θεωριών (των Προσωκρατικών) και των τελευταίων εξελίξεων στη φυ­σική. Κατά πόσον ονομάζονται φιλόσοφοι ή προ-επιστήμονες ή επιστήμονες μικρή σημασία έχει». Η πραγματική θεωρία της γνώσης, κατά τον Κ. Popper, έγκειται «στην αληθινή περιγραφή μιας πρακτικής που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιωνία και που – αν και υπάρχουν ακόμη πολλοί επιστήμο­νες που πιστεύουν στον επαγωγικό μύθο του Bacon- ενσωματώθηκε στη σύγχρονη επιστήμη: στη θεωρία ότι η γνώση προχωρεί μέσω υποθέσεων και ανασκευών»19. Καμία θεωρία δεν μπορεί να διεκδικήσει το απόλυτο της αλήθειας. Αυτό θα το επισημάνουν με εκπληκτική διορατικότητα ο Ξενοφά­νης, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, γεγονός που αποδεικνύει και πόσο ανα­κριβής υπήρξε ο ισχυρισμός ότι η προσωκρατική σκέψη είναι δήθεν δογμα­τική: «Δεν αποκάλυψαν εξ αρχής τα πάντα οι θεοί στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι αναζητώντας ανακαλύπτουν και επινοούν με τον καιρό το κα­λύτερο», θα πει ο Ξενοφάνης; το καλύτερο, όχι το απόλυτο. «Ας θεω­ρηθεί ότι αυτά τα πράγματα προσομοιάζουν με την αλήθεια… Κανείς άνθρωπος δεν ξέρει ή πρόκειται ποτέ να γνωρίσει την απόλυτη αλήθεια για τους θεούς και για όλα τα όσα λέγω. Γιατί, ακόμη και αν τύχει κάποιος να πει την πλήρη αλήθεια, ο ίδιος δεν το γνωρίζει. Για όλα τα πράγματα υπάρ­χουν μόνο γνώμες». Διότι, όπως θα πει ο Ηράκλειτος: «Η φύση του ανθρώπου δεν έχει κρίση και φρόνηση, ενώ το θείο έχει…. Η φύση αγαπά να αποκρύπτει τον εαυτό της». Και ο Δημόκριτος θα το επιβε­βαιώσει: «Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτε, διότι η αλήθεια βρί­σκεται κρυμμένη στον βυθό».

Το συμπέρασμα θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση του S. Sambursky: «το ότι αυτοί οι φυσικοί φιλόσοφοι είναι οι πνευματικοί προπάτορες της εποχής μας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν που συ­γκρίνει τη σημερινή επιστήμη με τα επιτεύγματα της ελληνικής επιστήμης, που είναι μέρος της κληρονομιάς μας, τη μεθοδικότητα της, τη φαντασία και έμπνευση της, την τρομερή συνειρμική της δύναμη και την ικανότητα εξαγωγής λογικών συμπερασμάτων»20. Η μονιμότητα και σταθερότητα που διέβλεψαν πίσω από την επιφανειακή πολλαπλότητα των φυσικών φαινομέ­νων και η αποφασιστικότητα τους να την διερευνήσουν με κριτικό, ορθολο­γικό πνεύμα έθεσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο εξελίχθηκε και βασίζεται μέχρι σήμερα η επιστήμη. Οι Προσωκρατικοί είναι αυτοί που για πρώτη φορά διατύπωσαν μια σειρά αρχών, που σε μια αρχική προσέγγιση, θα μπορούσε να συνοψιστούν ως εξής:

Αναγωγή της φαινομενικής πολλαπλότητας και αταξίας του κόσμου σε μια στα­θερή αρχή.

Αποδοχή μιας νομοτελειακής, αποκλειστικά φυσικής αιτιότητας, που έχει οικου­μενικό χαρακτήρα.

Πεποίθηση ότι τα φυσικά φαινόμενα και οι φυσικοί νόμοι υπόκεινται στην κριτι­κή, ορθολογική διερεύνηση του ανθρώπινου νου.

Μαθηματικοποίηση της φύσης.

Αναγωγή της ποιότητας στην ποσότητα.

Αλληλοσυσχετισμός και διασύνδεση όλων των όντων.

Ο άνθρωπος-παρατηρητής αναπόσπαστο μέρος της φύσης.

Συνένωση αντιθέτων εννοιών (Ηράκλειτος).

Μετατόπιση του κύριου βάρους από την ύλη στις διεργασίες (Ηράκλειτος).

Εγγενής δυναμική, αμφίδρομη ισορροπία (Ηράκλειτος).

Εξελικτική διαδικασία.

Αυτές οι προτάσεις – που ούτε αυτονόητες αλλά ούτε και αυταπόδει­κτες είναι- αποτελούν την ανυπέρβλητη προσφορά του ελληνικού πνεύμα­τος προς την ανθρωπότητα.

Στο έργο των Προσωκρατικών θα συναντήσουμε, πολλές φορές, ρή­σεις και συμπεράσματα με τα οποία φαίνεται να συμφωνούν ποιοτικά οι σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να διατυ­πώσουμε με σαφήνεια τα όρια του προσωκρατικού στοχασμού:

Οι Προσωκρατικοί πρώτοι έθεσαν τα καίρια φιλοσοφικά και επιστημονικά ερωτήματα που απασχολούν έκτοτε το δυτικό πνεύμα. “Για τον ζωντανό φιλοσοφικό στοχασμό η ερώτηση έχει προτεραιότητα έναντι της απαντή­σεως”, θα πει ο Χ. Μαλεβίτσης. «Και η απάντηση ποτέ δεν ακυρώνει το ερώτημα, επειδή ποτέ δεν το υπερβαίνει»21.

Θεμελίωσαν πρώτοι την παράδοση της κριτικής -και όχι δογματικής-διερεύνησης, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε επιστήμη. «Εξ όσων γνωρί­ζω», παρατηρεί ο Κ. Popper, «η κριτική ή ορθολογική παράδοση ανακα­λύφθηκε μόνο μία φορά. Χάθηκε μετά από δύο ή τρεις αιώνες, ίσως λόγω της ανόδου του αριστοτελικού δόγματος της «επιστήμης»… Ξαναανακαλύφθηκε και συνειδητά αναβίωσε κατά την Αναγέννηση, ειδικά από τον G. Galilei»22.

Υπέδειξαν πρώτοι «νοητικά εργαλεία» και ποιοτικές μεθόδους προσέγγι­σης και κατανόησης του φυσικού κόσμου που χρησιμοποιούνται δημι­ουργικά μέχρι σήμερα, όπως μέτρον, ρυθμός, συμμετρία, αναλογία, τάξις, κό­σμος, συνεχές-διάκριτο, ομοιογένεια, ισοτροπία, κ.ά.

Τέλος, έδωσαν απαντήσεις καθοδηγούμενοι από έναν εκπληκτικό συν­δυασμό ορθολογισμού, ενόρασης και παρατήρησης όχι όμως -εκτός ορι­σμένων εξαιρέσεων- από το πείραμα.

Στο τελευταίο αυτό σημείο έγκειται και η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του προσωκρατικού στοχασμού και της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Πεί­ραμα και μέτρηση παίζουν κατά τα τελευταία τριακόσια χρόνια καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή ή απόρριψη μιας θεωρίας. Η οποιαδήποτε, επομένως, σύμπτωση – και υπάρχουν πολλές – προσωκρατικών αντιλήψεων με σύγχρο­νες επιστημονικές θεωρίες εκπηγάζει από διαφορετικούς τρόπους προσέγγι­σης και ερμηνείας και θα ήταν σοβαρό σφάλμα να θεωρηθεί ότι οι δεύτερες αποτελούν απλώς συνέχεια και πειραματική επιβεβαίωση των πρώτων.

Πώς θα μπορούσε να εξηγηθούν τότε αυτοί οι συχνά εκπληκτικοί πα­ραλληλισμοί; Συμβαίνει αυτό από καθαρή τύχη; Συμβαίνει επειδή οι στοχα­στές εκείνοι είχαν μια πηγαία διαίσθηση και ενόραση – εκτός από την έλλογη, κριτική ικανότητα – που τους οδηγούσε στη σωστή επιστημονική κατεύθυν­ση; Ή συμβαίνει επειδή ο δικός τους “τρόπος του σκέπτεσθαι” μπόλιασε όλην τη μετέπειτα εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, ώστε ο τελευταίος να βαδίζει πάνω στα δικά τους χνάρια; Με μια γενική απάντηση κινδυνεύουμε, τονίζοντας τις συμπτώσεις, να οδηγηθούμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα ή, παραβλέποντας τις ομοιότητες, να αχθούμε σε μια υπεραπλούοτευση και τέ­λεια παρεξήγηση του έργου των Προσωκρατικών. Την απάντηση, κατά περί­πτωση, ας την ζυγίσει και ας την δώσει ο ίδιος ο αναγνώστης.


Συγγραφέας: Κων/vos Ι. Βαμβακάς, Δρ. Χημικός
Πηγή: 24grammata.com
Συνέχεια. . . »

Η έννοια του χρόνου και η εξέλιξή της μέχρι σήμερα


   Ο Αριστοτέλης, στα ‘’φυσικά’’ του, διατυπώνει τον παράδοξο ισχυρισμό ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, γιατί κανένα τμήμα του δεν υπάρχει.  Αν πούμε ότι η παρούσα στιγμή, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, έχει διάρκεια, αυτή είναι απείρως μικρή, που σημαίνει ότι έχει όριο το “μηδέν”. Αλλά ούτε το μέλλον ούτε και το παρελθόν υπάρχουν γιατί το ένα δεν έχει έλθει ακόμα και το άλλο έχει ήδη περάσει και, φυσικά, και τα δύο δεν υπάρχουν σε οποιαδήποτε παρούσα στιγμή. O χρόνος, ως οντότητα, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός και άρα δεν μπορεί να υπάρχει.



   Αντίθετα,στο γνωστό παράδοξό του για την χελώνα και τον Αχιλλέα, ο Ζήνων ο Ελεάτης, ισχυρίζεται ότι η στιγμή που ο Αχιλλέας θα φτάσει τη χελώνα, δεν θα έλθει ποτέ, γιατί θα μεσολαβήσει άπειρα μεγάλο πλήθος στιγμών κατά τις οποίες θα περνάει π.χ.από τη μέση της απόστασης κάθε φορά, δηλ θα μεσολαβήσει άπειρα μεγάλη χρονική διάρκεια. Ταυτίζοντας τις έννοιες “διάρκεια” και “χρόνος”, όπως συνήθως κάνουμε, μπορούμε να πούμε ότι, κατά το παράδοξο αυτό, ο χρόνος, όχι μόνον υπάρχει αλλά εκτείνεται ως την αιωνιότητα, έτσι που κανένα γεγονός δεν μπορεί, ποτέ, να συμβεί.
    Και οι δύο ανωτέρω ισχυρισμοί, συγκλίνουν στο ότι και ο Αριστοτέλης και ο Ζήνων ανεφέροντο στον χρόνο με την εντύπωση πως αυτός δεν είναι ένα συνεχές μέγεθος αλλά είναι ένα άθροισμα στιγμών. Όπως θα λέγαμε σήμερα, λογιζόταν περίπου σαν κβαντική οντότητα.
    Μ’ αυτή την παράξενη οντότητα, άγνωστη ακόμα μέχρι και τις μέρες μας, θα ασχοληθούμε στα επόμενα, για να φωτίσουμε, όσο μπορούμε καλύτερα, την αλληλουχία των φιλοσοφικών σκέψεων και των επιστημονικών απόψεων,  που έχουν ως τώρα διατυπωθεί σχετικά.
    Πρέπει από την αρχή να πούμε ότι ο χρόνος, ως συμπαντική οντότητα, είναι μια εντελώς αφηρημένη έννοια που ποτέ δεν συγκεκριμενοποιήθηκε, και που μόνο η ροή της γίνεται αντιληπτή ως διαφορά μεταξύ δύο χρονικών στιγμών.
  Ωστόσο έχουμε τόσο πολύ εξοικειωθεί με ό,τι ονομάζουμε χρόνο, ώστε νομίζουμε ότι τον αισθανόμαστε να περνάει γύρω μας και μάλιστα βρήκαμε και τόσες συσκευές για να τον μετράμε. Μετράμε κάτι που δεν ξέρουμε τι είναι. Είναι κι αυτό ένα από τα παράξενα της ζωής μας εδώ στη γη.
   Ο Αριστοτέλης, από τον 4ο αι. π.Χ. έχει πεί ότι αυτό που μπορούμε να μετρήσουμε είναι μόνο η απόσταση μεταξύ δύο χρονικών στιγμών μιας μεταβολής, δηλ. μετρούμε ένα εικονικό είδωλο του χρόνου και όχι  τον ίδιο τον χρόνο. Η κίνηση είναι χρήσιμη σ’ εμάς, γιατί μόνο μ’ αυτήν ο χρόνος κάνει αισθητή την ύπαρξή του.
  Ανατριχιάζουμε όταν σήμερα, έπειτα από 2500 χρόνια, διαβάζουμε στο βιβλίο των Δανέζη-Θεοδοσίου “Η Κοσμολογία της Νόησης”: «Στην κατανόηση της φύσης του χρόνου κάνουμε ένα φοβερό λάθος  που συνίσταται στο γεγονός ότι αντί να βιώνουμε τον χρόνο, προσπαθούμε να μετρήσουμε το φάντασμά του, την προβολή του δηλ. μέσα στον αισθητό για μας τρισδιάστατο κόσμο μας. Το χειρότερο είναι ότι ταυτίζουμε αυτό το φάντασμα με αυτή καθ’ εαυτή την έννοια  και τη φύση του χρόνου, ενώ αυτά που μετράμε είναι απλά νοητικά κατασκευάσματα των αισθήσεών μας που τίποτα δεν εκφράζουν από φυσική άποψη».
   Από την πολύ παλιά  εποχή, οι λαοί της γης πίστευαν κυρίως σε δύο δοξασίες για τον χρόνο. Πολλοί απ’ αυτούς πίστευαν τον χρόνο σαν ποτάμι που κυλάει συνεχώς προς μία μόνο κατεύθυνση, από το παρελθόν προς το μέλλον, και άλλοι σαν μια οντότητα που κυλάει ανακυκλώμενη. Φυσικά, οι τελευταίοι,κατά ένα τρόπο, ταύτιζαν τη ροή του χρόνου με την ροή των γεγονότων και παρακολουθώντας τα γεγονότα να επαναλαμβάνονται θεωρούσαν ότι επαναλαμβάνεται και ο ίδιος ο χρόνος.
   Οι δοξασίες αυτές προήλθαν από σκέψεις πάνω σε βιώματα της καθημερινής ζωής, όπως για την πρώτη, η αδυναμία μας να αλλάξουμε γεγονότα του παρελθόντος ενώ, ακολουθώντας τη ροή του χρόνου, μπορούμε να αλλάξουμε γεγονότα του μέλλοντος κ.ά., και για τη δεύτερη. τα όσα φυσικά φαινόμενα συμβαίνουν περιοδικά, στις διάφορες εποχές του έτους κλπ.
   Σε πολλούς λαούς εκείνης της εποχής, ερμηνευτής και, κατά ένα τρόπο εξουσιαστής των φυσικών φαινομένων, ήταν το ιερατείο.
  Έτσι, στην κεντρική Αμερική, οι ιερείς των Μάγια θεωρούσαν ότι ο χρόνος ήταν μια ουσία που ανάγκαζε τον κόσμο να λειτουργεί με διαδοχικές καταστροφές και αναγεννήσεις, με μια περίοδο 260 ετών!.
    Στο Μεξικό, οι Αζτέκοι πίστευαν τα ίδια για τον χρόνο, αλλά αυτοί με μια περίοδο 52 ετών.

   Στην Ινδία, ο Βουδισμός δίδασκε ότι όλα όσα υπάρχουν, έμψυχα ή άψυχα, υλικά ή άϋλα, περνούν από τον ίδιο κυκλικό μηχανισμό της ύπαρξης, δηλ. από τη γέννηση, την ανάπτυξη, την κατάπτωση και τον θάνατο, και η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιους κυκλικούς μηχανισμούς. Όλα είναι προϊόν μιας συνεχούς κυκλικής ροής του χρόνου.
    Στην Κίνα, από τον 6ο αι π.Χ. ακόμα, «οι έννοιες του χρόνου και του χώρου, όπως διαμορφώθηκαν χάρη στην μυστικιστική εμπειρία, μοιάζουν από πολλές απόψεις  με τις έννοιες που ανέπτυξε η σύγχρονη φυσική με τη θεωρία της σχετικότητας» δηλ. είναι ενωμένες σε μια αδιατάρακτη ενότητα. Οι Κινέζοι πίστευαν στην ανακύκλωση του χρόνου, που συμβολιζόταν στην εναλλαγή μεταξύ της παθητικής γυναικείας αρχής του Yin, και της δυναμικής αρρενωπής αρχής του Yang.
   Οι αρχαίοι Πέρσες μορφοποιούσαν τον χρόνο, μυθικά σε ένα πανέμορφο αγόρι, σαν άγγελο που, όμως, δεν είχε καμία σχέση με θεότητα.
  Οι καθαρά φιλοσοφικές σκέψεις για τη φύση του χρόνου άρχισαν να διατυπώνονται από τους αρχαίους Έλληνες, εκεί γύρω από τον 6ο αι πΧ. Στις σχετικές θεωρίες τους  ο χρόνος αντιμετωπιζόταν σαν ένα αυθύπαρκτο στοιχείο του Σύμπαντος, που την πραγματική του ουσία δεν είναι δυνατόν να την αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας.
  Από τότε, και μέχρι τις αρχές του 20ού αι μΧ., οι σχετικές θεωρίες περιστρέφονταν γύρω από αυτές τις αντιλήψεις.
  Πρέπει να σημειώσουμε ότι η φιλοσοφία ποτέ δεν έπαψε να διατυπώνει τις σκέψεις της για τον χρόνο, από τις αρχές όμως του 20ού αι., η έννοια “χρόνος” απόκτησε ένα καθαρά επιστημονικό ενδιαφέρον, κι’ έτσι στα τελευταία αυτά εκατό χρόνια, επιστήμη και φιλοσοφία μαζί, όπως πάντα συμβαίνει, διατύπωσαν πιο προχωρημένες απόψεις για την, πραγματικά, αινιγματική αυτή έννοια.
  Η Ελληνική σκέψη, με κύριους εκφραστές τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ασχολήθηκε πολύ με τον χρόνο ως στοιχειώδη Συμπαντική οντότητα.
  Ο Πλάτων ταύτιζε τον χρόνο με τη μεταβολή μιας κατάστασης. Η μεταβολή αυτή μπορεί να ήταν μια μετατόπιση στον χώρο, ή μια συνεχής κίνηση ή μια αλλαγή κάποιου υλικού, ή άϋλου πράγματος, σε ποιότητα ή ποσότητα. Ο χρόνος, κατ’ αυτόν, ήταν μια συνεχής ροή μιας οντότητας που στην ουσία της ήταν μια μεταβολή. Συνέδεε την πορεία του χρόνου με την κίνηση των ουρανίων σωμάτων και, γι’ αυτό, ισχυριζόταν ότι ο χρόνος, όπως και ο ουράνιος κόσμος, είχε μιαν αρχή.
   Παρένθεση, σήμερα είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι ο χρόνος δημιουργήθηκε μαζί με το Σύμπαν, και επομένως έχει αρχή, ιδίως μετά την υποστήριξη αυτής της άποψης από τους σύγχρονους επιστήμονες Hawking και Penrose, που κατέληξαν σ’ αυτό το συμπέρασμα έπειτα από επεξεργασία των μαθηματικών εξισώσεων της θεωρίας της Σχετικότητας.
  Ο Αριστοτέλης ήταν αντίθετος και στις δύο αυτές απόψεις του Πλάτωνα. Την άποψη ότι ο χρόνος είναι μεταβολή, αντέκρουε με τα επιχειρήματα:
1. Αν ο χρόνος θεωρηθεί ότι είναι κίνηση, τότε σε κάθε σταμάτημα της κίνησης οποιουδήποτε αντικειμένου, θα πρέπει να σταματάει και η ροή του χρόνου, με συνέπεια όταν αυτή η ροή σταματάει, επειδή σταμάτησε η κίνηση ενός αντικειμένου στη γή, να σταματάει και η κίνηση του ήλιου και των άστρων, πράγμα αδύνατον.
Επίσης, κάθε μεταβολή θα είναι ένα κομμάτι του χρόνου και, στην περίπτωση που δύο ανεξάρτητες μεταβολές συμβαίνουν συγχρόνως, υπάρχει η αντίφαση το ίδιο κομμάτι του χρόνου, στο οποίο συνέβησαν, να είναι μεν ένα και μοναδικό αλλά μαζί να είναι και χωρισμένο σε δύο ανεξάρτητα κομμάτια του ίδιου μεγέθους με το ένα. 
Ακόμα, μια μεταβολή μπορεί να συμβαίνει γρήγορα ή αργά, ενώ ο χρόνος ρέει σταθερά..
2. Την ιδέα ότι ο χρόνος είχε αρχή, ο Αριστοτέλης αντέκρουε με το αιτιολογικό ότι, όπως ο κόσμος και η κίνηση είναι αιώνια, έτσι και ο χρόνος πρέπει κι’ αυτός να είναι αιώνιος, χωρίς αρχή και τέλος, και ακόμα με τον συλλογισμό ότι μια χρονική στιγμή, και επομένως και η πρώτη, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν σκεφτούμε μαζί και την προηγουμένη της. Άρα ποτέ δεν υπήρξε η πρώτη στιγμή.
  Η έννοια του χρόνου επηρεάστηκε, γύρω από το 300 πΧ., από τη θεωρία περί ατόμων των Λεύκιππου και Δημόκριτου, και διαμορφώθηκε στο ότι ο χρόνος είναι κι αυτός μια κοκκώδης οντότητα, ένα σύνολο από χρονικές στιγμές. Θιασώτες αυτής της άποψης ήταν ο Διόδωρος ο Κρόνος (3ος αι π.Χ.) και ο Επίκουρος.(342-271 π.Χ).
   Οι Στωικοί, (3ος αι.,π.Χ – 2ος αι., μ.Χ) είχαν μια άλλη θεώρηση του χρόνου. Πίστευαν ότι ο χρόνος κυλάει κυκλικά, με την έννοια ότι όλα τα όντα, και οι άνθρωποι μαζί, διανύουν μια κυκλική διαδρομή, καταστρεφόμενα και επανεμφανιζόμενα στην αρχική τους κατάσταση, κατά τακτά διαστήματα. Η κίνησή τους αυτή είναι αιώνια.
   Μια ίδια άποψη για τον χρόνο είχαν και οι Πυθαγόρειοι. Η θέση αυτή είναι σχεδόν σύμφωνη με μια σημερινή θέση της κοσμολογίας για το μέλλον του Σύμπαντος. Σήμερα, ως γνωστόν, πιστεύουμε ότι αν η πυκνότητα της ύλης του Σύμπαντος αυξηθεί πάνω από ένα κρίσιμο όριο, τότε η σημερινή φάση της διαστολής του θα ακολουθηθεί από μια φάση συστολής μέχρι να φτάσει στην αρχική του σημειακή κατάσταση, οπότε θα αρχίσει πάλι να διαστέλλεται κ.ο.κ. αιώνια.
Και εδώ υποκρύπτεται η ταύτιση των ροών χρόνου και γεγονότων.
   Πρέπει να τονιστεί, ότι  πολλές από τις απόψεις των αρχαίων Ελλήνων για τον χρόνο συμφωνούν σχεδόν με τις σημερινές επιστημονικές αντιλήψεις, παρ’ όλο το χρονικό διάστημα  των δυόμισι χιλιάδων ετών που πέρασε  εν τω μεταξύ.
   Είναι αξιοπρόσεκτη η σύνδεση των εννοιών του χώρου και του χρόνου, μια ιδέα που, όπως φαίνεται, ξεκίνησε από τους Κινέζους και τους αρχαίους Έλληνες[8] και εκυοφορείτο επί τόσες χιλιάδες χρόνια, μέχρις ότου διαμορφωθεί, τόσο έξοχα, σε πλήρως καθοριζόμενο μαθηματικά χωρόχρονο από τον Einstein, και ταυτόχρονα σχεδόν,σε θεωρία για το σύμπαν από τον Ρωσσογερμανό μαθηματικό Minkowski το 1907.
   Υπενθυμίζουμε ότι, όπως αναφέραμε, ο Πλάτων συνέδεε την πορεία του χρόνου με την κίνηση των ουρανίων σωμάτων στον χώρο. Επίσης ότι, παρ’ όλο που ο Αριστοτέλης αποσυνέδεε την έννοια του χρόνου από την έννοια της οποιασδήποτε μεταβολής, εν τούτοις δεχόταν την έννοια του χρονικού διαστήματος που μπορούσε να μετρηθεί, σαν έναν αντικατοπτρισμό, ένα είδωλο της οντότητας του χρόνου, πράγμα που σημαίνει ότι, σε μια κίνηση π.χ., δεχόταν την αντιστοιχία των διαστημά- των χρονικού και χωρικού, έστω και σαν είδωλα των οντοτήτων χρόνου και χώρου.
   Στο μόλις εκδοθέν βιβλίο του διάσημου R.Penrose “The Road to Reality”, διαβάζουμε ότι στην Αριστοτελική φυσική υπάρχει μια σημείωση ότι ο φυσικός μας χώρος είναι Ευκλείδιος, τρισδιάστατος, και κάθε σημείο του αποκτά ταυτότητα όταν το συνδέσουμε με την πορεία του χρόνου από τη μια χρονική στιγμή στην επόμενη.
   Με άλλα λόγια ένα σημείο στον χώρο, είναι τέτοιο εάν ένα υλικό σωματίδιο, βρισκόμενο σ’ αυτό το σημείο του χώρου, παραμένει ακίνητο όταν ο χρόνος κυλάει από τη μια χρονική στιγμή στην άλλη.
   Αυτά γιατί στον Αριστοτέλη η κατάσταση ηρεμίας λογίζεται δυναμική και όχι στατική.
   Τα παραπάνω είναι μια, υποσυνείδητη έστω, σύνδεση των εννοιών χώρου και χρόνου από τους δύο κορυφαίους Έλληνες φιλόσοφους της αρχαιότητας Πλάτωνα και Αριστοτέλη.
   Σαν διατήρηση μια παράδοσης μπορούμε να θεωρήσουμε, επίσης, την συνήθη στις μέρες μας λαϊκή έκφραση μιας χωρικής απόστασης με χρονικές μονάδες. Λέμε π.χ. ότι η απόσταση Αθήνας-Χαλκίδας είναι μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο.
   Πραγματικά αυτή η διαπίστωση μας προκαλεί το θαυμασμό.
  Η εμφάνιση του Χριστιανισμού είχε τεράστια επίδραση στην εν γένει φιλοσοφία εκείνων των χρόνων. Όλες οι φιλοσοφικές αναζητήσεις της εποχής ήταν συνδεδε- μένες με την έννοια του τριαδικού Θεού της νέας θρησκείας.
   Εξέχων χριστιανός φιλόσοφος που ασχολήθηκε με την ουσία της δομής του χρόνου είναι ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430 μΧ.) ο οποίος, ταυτιζόμενος εν μέρει  με τον Αριστοτέλη, υποστήριζε ότι:
1. Ο χρόνος γίνεται μεν αισθητός από διαδοχικές μεταβολές, δεν είναι όμως αυτές καθ’ εαυτές οι μεταβολές, και δεν μπορεί να κατανοηθεί από τους ανθρώπους.
2. Δεν είναι λογικά δυνατόν να υπάρχει παρόν, παρελθόν και μέλλον, με το σκεπτικό του Αριστοτέλη που αναφέραμε στην αρχή, και, συνεπώς, ο χρόνος για τους ανθρώπους δεν μπορεί να είναι “γνώση” αλλά μόνο συνείδηση.
3. Αντίθετα με τον Αριστοτέλη, υποστήριζε ότι ο χρόνος δημιουργήθηκε από τον Θεό, μαζί με το Σύμπαν, γιατί αν ήταν αιώνιος, δηλ. αν προϋπήρχε της δημιουργίας, θα υπήρχαν γεγονότα πρίν από τη δημιουργία του Σύμπαντος, πράγμα που δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε.
  Κατά τη μακρυά περίοδο του Μεσαίωνα συστηματοποιήθηκαν, ως γνωστόν, από τους Σχολαστικούς, οι θεωρίες του Αριστοτέλη  και,φυσικά και οι απόψεις του για τον χρόνο, με μόνη διαφοροποίηση την άποψή τους ότι ο χρόνος άρχισε μαζί με τη δημιουργία του κόσμου, και μάλιστα από τον Θεό.
   Εκπρόσωπος της εποχής εκείνης είναι ο Θωμάς Ακινάτης  (1225 – 1274), ο οποίος, αν και θιασώτης του Αριστοτέλη, είχε την Πλατωνική άποψη ότι δεν μπορεί ο χρόνος να είναι ανεξάρτητος από την κίνηση  και συνεπώς, όπως και η κίνηση μαζί με τον κόσμο, δημιουργήθηκαν από τον Θεό, έτσι και ο χρόνος είχε κι αυτός, μαζί τους, μια αρχή. Ο Ακινάτης εισάγει επίσης τις έννοιες του “πραγματικού” και του “φανταστικού”  χρόνου. Ο πραγματικός συνδέεται με την ιστορία του κόσμου, ενώ ο φανταστικός είναι αυτός που υπάρχει στη φαντασία μας.
   Η Αναγέννηση, συν τοις άλλοις, είναι, ως γνωστόν, και η εποχή της απαρχής ενός φιλοσοφικού αναβρασμού στη Δυτική Ευρώπη, που εστιάστηκε εν πολλοίς στον άνθρωπο και στη σχέση του με το Σύμπαν.
   Ο χρόνος συζητήθηκε πολύ, με θέσεις και αντιθέσεις μεταξύ των φιλοσόφων  και, αν και γενικά παραμερίστηκε το ασκητικό-θεολογικό πνεύμα του Μεσαίωνα, εν τούτοις  η οντότητα του χρόνου συνδέθηκε, από πολλούς, με την μεσαιωνική φιλοσοφική άποψη περι Θεού.
  Ο Isaac Barrow (1630-1677), φιλόσοφος και μαθηματικός, καθηγητής του Νεύτωνα, και ο σύγχρονός του John Locke (1632-1704) αντίθετα από τον Ακινάτη, δεν ξεχώρι- ζαν πραγματικό και φανταστικό χρόνο. Δεχόντουσταν ότι ο  χρόνος είναι ενιαίος και ανεξάρτητος από την κίνηση. Επίσης, κατ’ αυτούς, η δημιουργία απλά συνέβη μια στιγμή, κατά την απόφαση του δημιουργού, και επομένως δεν είναι απαραίτητο να άρχισε ο χρόνος μαζί με τη δημιουργία του κόσμου, αφού ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει και τα δύο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οι θέσεις τους αυτές για τον χρόνο ήσαν επηρεασμένες από τις γενικά διαδεδομένες θρησκευτικές αντιλήψεις.
   Ο Νεύτων και ο μαθητής του Samuel   Clarke (1675-1729), δεχόντουσταν βασικά τις θεωρίες του Barrow για τον χρόνο, και μάλιστα ο Νεύτων προχώρησε περισσότερο εισάγοντας την έννοια του “απόλυτου χρόνου” o οποίος είναι αιώνιος, αντικειμενικός  με την μαθηματική έννοια, και ρέει σταθερά, αφ’ εαυτού, ανεξάρτητα από κάθε τι έξω απ’αυτόν.
   Στους παραπάνω αντιτάχθηκε με πείσμα ο σύγχρονός τους Wilhelm von Leibniz (1646-1716), υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος άρχισε μαζί με την δημιουργία του σύμπαντος. Η διαμάχη του, μάλιστα, ιδιαίτερα με τον Clarke, ήταν μακρόχρονη.
    Στην κατοπινή εποχή, γύρω στον 18ο αι μΧ., και μετά, ήταν πολύ διαδεδομένες οι μεταφυσικές και υπερβατικές απόψεις στη φιλοσοφία, όπως οι ιδέες του Θεού, της αθανασίας της ψυχής κ.ά., ιδέες που δεν μπορούν ούτε να αποδειχθούν ούτε να αναιρεθούν.Το ζήτημα του χρόνου αντιμετωπίστηκε, κι’ αυτό, με το ίδιο πνεύμα.
   Μπορούμε να πούμε ότι, σχετικά με τον χρόνο, υπήρχαν δύο ξεχωριστές, αν και δυσδιάκριτες εννοιολογικά, τάσεις. Η μία υπήγαγε τις σκέψεις για τον χρόνο στη μεταφυσική περιοχή, έξω από την ανθρώπινη λογική, και η άλλη θεωρούσε ότι ό,τι έχει σχέση με τον χρόνο είναι μια απατηλή παραίσθηση των ανθρώπων που παρερ- μηνεύει την πραγματικότητα.
  Ο Ιρλανδός θεολόγος ιδεαλιστής και φιλόσοφος George Berkeley (1685-1753), και μαζί του ο κυριότερος εκπρόσωπος των φιλοσοφικών ιδεών της εποχής, Immanouel Kant (1724-1804), κατέτασσαν τις έννοιες του χρόνου και του χώρου στη μεταφυσική περιοχή. Υποστήριζαν ότι ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι φυσικές οντότητες αλλά έννοιες οφειλόμενες στην ανθρώπινη διαίσθηση, και συνεπώς έννοιες αναφερόμενες σε οντότητες μεταφυσικές. Οι εκφράσεις “εδώ” και “τώρα”, κατά τον Kant, είναι, νοητικές έννοιες και αναφέρονται, όχι  σε κάτι το  πραγματικό, αλλά σε κάτι  το φαινο- μενικά πραγματικό.
   Ο πολύς Nietzsche (1844-1900) διατύπωσε το 1883, μια άποψη για τον χρόνο, παρόμοια με αυτήν των αρχαίων Πυθαγορείων και Στωϊκών, για ανακύκλωση του χρόνου, δηλ. για εξαφάνιση και επανεμφάνιση όλων των όντων του σύμπαντος κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
   Ο Γάλλος φιλόσοφος Henri Bergson (1859-1941),κατηγορεί τη φυσική επιστήμη  της εποχής του ότι δεν εστιάζει την προσοχή της στην κίνηση καθ’ εαυτήν, αλλά στις διαδοχικές θέσεις των σωμάτων στον χώρο. Έτσι εξαφανίζει τον χρόνο μέσα στον χώρο. Ο καθ’ εαυτός χρόνος είναι συνεχής, ενώ ο χρόνος που τον μετράμε χωρισμέ-  νο σε δευτερόλεπτα, ώρες κλπ. είναι καθαρά συμβατικός
   Θα μπορούσαμε πολλά ακόμα να πούμε για τις πάμπολλες θέσεις και αντιθέσεις μεταξύ των φιλοσόφων, που εμφανίστηκαν από την αρχαιότητα μέχρι τις αρχές του 20ού αι.. Όμως, όσα είπαμε, νομίζω  πως δίνουν μια σαφή ιδέα των φιλοσοφικών απόψεων του παρελθόντος για τον χρόνο.
   Τώρα θα κάνουμε μια αναφορά στις σημερινές απόψεις της επιστήμης πάνω στο πρόβλημα. Είναι γνωστό ότι στον 20ό αι.,ανατράπησαν πάμπολλες, παραδεκτές ως τις αρχές του, θέσεις της φυσικής επιστήμης, θέσεις που, από την αρχαιότητα μέχρι τότε, εθεωρούντο θεμελιώδεις. Η ανατροπή έγινε κυρίως με τις γνωστές δύο θεωρίες της Σχετικότητας του Einstein (Ειδική και Γενική), και την Κβαντική θεωρία που άρχισε με τον Planck, και ανδρώθηκε απο τη Σχολή της Κοπεγχάγης. Οι θεωρίες αυτές εμφανίστηκαν στις δύο πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, και στα κατοπινά χρόνια  εξελίχθηκαν και εδραιώθηκαν σαν, σχεδόν  πανάκεια, στη φυσική επιστήμη. Σήμερα εφαρμόζονται ευρέως στις έρευνες του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου.
    Σήμερα, σχετικά με τον χρόνο, πιστεύουμε πως την πραγματική ουσία του μεγέθους “χρόνος” δεν μπορούμε να την συλλάβουμε. Αυτό που μετράνε τα ρολόγια και τα ημερολόγιά μας, όπως είπαμε, είναι ένα είδωλο του πραγματικού χρόνου, το φάντασμά του, που η θεώρησή του μας βολεύει μόνο για τις καθημερινές μας συναλλαγές.
    Αλλά τότε τί είναι ο “χρόνος” κατά τις σημερινές αντιλήψεις; Μια δύσκολα κατανοητή απάντηση δίνει ο Einstein στις θεωρίες του.
   Ήταν ήδη γνωστό, από τον 17ο αι, ότι το φώς δεν μεταδίδεται ακαριαία, όπως πιστευόταν μέχρι τότε, αλλά έχει μια ταχύτητα που αργότερα προσδιορίστηκε σε 300.000 Χλμ/δλ. Ακόμα, ήταν γνωστά τα πειράματα που είχαν κάνει οι Αμερικανοί Michelson και Morley το 1887, με τα οποία εξακριβώθηκε ότι η ταχύτητα του φωτός είναι πάντα η ίδια προς οποιαδήποτε κατεύθυνση  και οπωσδήποτε κι’αν κινείται η φωτεινή πηγή.
    Η ανακάλυψη της σταθερότητας της ταχύτητας του φωτός, είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η Ειδική και η Γενική Σχετικότητα, και έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση  της μοντέρνας έννοιας του χρόνου. Ας δούμε πώς:
   Θα επαναλάβουμε με συντομία το νοητικό πείραμα που σκέφτηκε ο Einstein, στις αρχές του περασμένου αιώνα, που άλλαξε εντελώς το ως τότε επιστημονικό σκηνικό.
   Αν σε ένα τραίνο που τρέχει με σχετικά μεγάλη ταχύτητα ανάψουμε μια λάμπα ακριβώς στο μέσον του μήκους του, τότε για έναν παρατηρητή που ταξιδεύει μαζί με το τραίνο,το φώς θα φτάσει στα δύο άκρα του τραίνου, μπρός και πίσω, συγχρόνως, γιατί οι αποστάσεις που διανύει είναι ίσες και η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή προς κάθε κατεύθυνση. Για έναν όμως παρατηρητή που στέκεται στη γη, και βλέπει το τραίνο, το φώς θα φτάσει στα δύο άκρα του τραίνου σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, και μάλιστα, στο πίσω άκρο πιο γρήγορα, γιατί φως και άκρο κινούνται αντίθετα, ενώ στο μπρός άκρο πιο αργά γιατί και τα δύο κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Μάλιστα αν το τραίνο κινείται με την ταχύτητα του φωτός, το φως δεν θα φτάσει ποτέ στο μπρός άκρο.
   Άρα δυο γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα για έναν παρατηρητή στο τραίνο, δεν συμβαίνουν ταυτόχρονα για έναν παρατηρητή που βρίσκεται στη γη. Αυτό δείχνει ότι η ροή του χρόνου είναι διαφορετική στα διαφορετικά συστήματα ή με άλλα λόγια, οι χρονικές αποστάσεις δεν είναι απόλυτα μεγέθη, αλλά είναι κι’ αυτές σχετικές με τη θέση από την οποία τις παρατηρούμε..
   Τα ίδια συμβαίνουν και με τον χώρο. Αν π.χ. παρατηρήσουμε από τη γη δύο άστρα να συμπίπτουν στην ίδια θέση στον ουρανό, θα τα δούμε να απέχουν  μεταξύ τους αν τα παρατηρήσουμε από άλλο άστρο, έξω από το ηλιακό σύστημα.

   Αυτό σημαίνει ότι οι αποστάσεις, δηλ τα μεγέθη του χώρου (μήκος, πλάτος, ύψος), δεν είναι απόλυτα αλλά κι αυτά σχετικά με το σύστημα αναφοράς από το οποίο τα παρατηρούμε.

  Η διαπίστωση ότι ο χρόνος και ο χώρος, είναι όχι απόλυτα αλλά σχετικά μεγέθη, που συμπεριφέρονται όμοια,άλλαξε τρανταχτά τις ιδέες του ανθρώπου για τη Φύση, και έκανε τον Einstein να εκμεταλλευθεί την ιδέα της σύνδεσης του χώρου και χρόνου, που ερχόταν, όπως αναφέραμε, από τα παληά χρόνια, αλλά και πιο σύγχρονα με τις ιδέες του Minkowcki, και να αποφανθεί ότι ο χρόνος είναι ένα στοιχείο του Σύμπαντος ταυτόσημο με τον χώρο, έτσι ώστε τα δυο αυτά στοιχεία να μπορούν να συνδεθούν σε ένα ενιαίο συμπαντικό στοιχείο, περίπου σαν τον Maxwell που, πενήντα χρόνια πριν, είχε συνδέσει τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό, σε ενιαία συμπαντική οντότητα, τον  ηλεκτρομαγνητισμό.
   Εδώ, ας θυμηθούμε για λίγο τους χώρους πολλών διαστάσεων. Η έκφραση περιέχει μια πολύπλοκη έννοια που η ανάπτυξή της απαιτεί πολλή φαντασία και ειδικές γνώσεις, για να γίνει κατανοητή. Σχετικά όμως για μόνο τον χρόνο τα πράγματα είναι πιο εύκολα.
   Η θέση ενός σημείου στον χώρο που μας περιβάλλει ορίζεται με τις λεγόμενες τρείς “διαστάσεις” του, που είναι οι τρείς κάθετες αποστάσεις του από ένα σταθερό και ορισμένο σημείο του χώρου, με τα ονόματα μήκος, πλάτος και ύψος. Γι’ αυτό και ο γύρω χώρος μας λέμε ότι είναι “τρισδιάστατος”.
   Κατά τον Γερμανό μαθηματικό Riemann (1826-1866), ένας χώρος έχει τόσες διαστάσεις όσες παραμέτρους πρέπει να γνωρίζουμε για να εντοπίσουμε τη θέση ενός σημείου μέσα σ’ αυτόν τον χώρο.
   O Εinstein, γνωρίζοντας τον ανωτέρω ορισμό του Riemann και την όμοια εξάρτηση του χώρου και του χρόνου από το σύστημα αναφοράς, συνέλαβε την ιδέα να ορίσει τον χρόνο ως τέταρτη διάσταση του γύρω μας χώρου,που τον ονόμασε “χωρόχρονο” ή “τετραδιάστατο συνεχές”. Η αναγνώριση του χρόνου ως αναγκαία τέταρτη παράμετρο, ήταν μια σπουδαία ιδέα, πολύ χρήσιμη για την εξακρίβωση της πραγματικής θέσης των ουρανίων σωμάτων.
  Η ιδέα του χωρόχρονου ως τετραδιάστατου συνεχούς μετέτρεψε τη μελέτη της διαδρομής ενός ουράνιου σώματος, από φαινόμενο δυναμικό, που είναι, σε στατικό, κι αυτό πρακτικά διευκόλυνε σπουδαία τέτοιες μελέτες, αφού μπορεί τώρα μια τέτοια διαδρομή να μελετηθεί στο γραφείο, σε ένα χάρτη με τις τέσσερις διαστάσεις του χωρόχρονου, χωρίς την ανάγκη συνεχών παρατηρήσεων του ουράνιου σώματος.
   Μια από τις συνέπειες της υιοθέτησης του χωρόχρονου είναι η συνειδητοποίηση ότι επειδή οι αποστάσεις των άστρων από εμάς είναι διαφορετικές, η πραγματική εικόνα του έναστρου ουρανού τη στιγμή που τον παρατηρούμε είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που βλέπουμε.[14]
   Αλλά υπάρχουν κι’ άλλες σπουδαίες συνέπειες.
   Ο χωρόχρονος, δηλ. χώρος και χρόνος μαζί, που είναι πλέον το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, είναι  ένα “βαρυτικό πεδίο” γεμάτο καμπύλες “δυναμικές” γραμμές, όπως λέμε,  Τί θα πεί αυτό;
  “Πεδίο”, ως γνωστόν, είναι ένας χώρος που έχει ορισμένες ιδιότητες. Π.χ. πεδίο στην κινητή τηλεφωνία είναι ο χώρος που έχει ιδιότητες κατάλληλες για να λειτουργήσουν τα κινητά τηλέφωνα. Κάθε πεδίο έχει τις λεγόμενες “δυναμικές” γραμμές του. Οι δυναμικές γραμμές ενός μαγνητικού πεδίου π.χ. είναι εκείνες που πάνω τους, υποχρεωτικά, θα κινηθούν τα σιδερένια ψήγματα καθώς θα τα έλκει ο μαγνήτης.Ο χωρόχρονος, λοιπόν ως πεδίο, δημιουργείται γύρω από κάθε υλικό σώμα λόγω της βαρυτικής έλξης που είναι ιδιότητα όλων των βαρέων αντικειμένων του σύμπαντος. Με άλλα λόγια ο χωρόχρονος, γύρω από κάθε σώμα, είναι πεδίο γεμάτο από  δυναμικές γραμμές, που στην περίπτωσή μας λέγονται “γεωδαιτικές” και, όπως όλες, είναι κι’ αυτές καμπύλες.
   Την έννοια του καμπύλου χωρόχρονου δεν είναι εύκολο να την καταλάβουμε. Μια ιδέα του, όμως, μπορούμε να πάρουμε αν φανταστούμε ένα τεντωμένο τραμπολίνο που πάνω του ρίχνουμε βαριά σφαιρικά αντικείμενα, διαφόρου βάρους, που διαρκώς κινούνται κυλιόμενα στο τεντωμένο δίχτυ. Τα νήματα του τραμπολίνο καμπυλώνονται γύρω από κάθε βαρύ αντικείμενο και το σχήμα τους διαρκώς παραμορφώνεται λόγω της συνεχούς κίνησης των αντικειμένων που κυλιούνται πάνω του. Μπορούμε να αντιστοιχίσουμε τα νήματα του τραμπολίνο με τις καμπύλες γεωδαιτικές γραμμές του χωρόχρονου, και τα βαριά αντικείμενα με τα ουράνια σώματα που διαρκώς κινούνται στο σύμπαν.
   Όλα αυτά σημαίνουν ότι μέσα στον χωρόχρονο που ζούμε δεν υπάρχουν ευθείες γραμμές αλλά μόνο καμπύλες, γι’ αυτό και μέσα στον χωρόχρονο, δηλ. μέσα σ’ όλο το Σύμπαν, δεν ισχύει η Ευκλείδια γεωμετρία που μάθαμε στο σχολείο, αλλά η λεγόμενη μη Ευκλείδια γεωμετρία που ήδη είχε εμφανιστεί από το 1820
   Ο χωρόχρονος, λοιπόν, είναι καμπύλος. Αυτό δηλώνει πως και ο χρόνος, μαζί με τις άλλες διαστάσεις του, είναι κι’ αυτός καμπύλος, πράγμα που σημαίνει πως σε ένα σώμα που κινείται μέσα στον χωρόχρονο, πάνω στις διαρκώς μεταβαλλόμενες καμπύλες γεωδαιτικές του γραμμές, ο χρόνος κυλάει με ταχύτητα που δεν είναι σταθερή, όπως νομίζαμε ως τώρα ότι συμβαίνει, αλλά μεταβάλλεται κι’ αυτή, και μάλιστα μειώνεται τόσο πιο πολύ όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του κινούμενου σώματος.Το καταλαβαίνουμε αυτό καλύτερα αν το παραλληλίσουμε με το αυτοκίνητό μας που αναγκαστικά μειώνουμε την ταχύτητά του στις καμπύλες διαδρομές.
   Ένα ρολόϊ λειτουργεί με πιο αργό ρυθμό πάνω σ’ ένα κινούμενο σώμα, που γίνεται πιο αργός όσο αυξάνεται η ταχύτητα του σώματος. Στην ταχύτητα του φωτός η λειτουργία του ρολογιού σταματάει.
   Αυτό το φαινόμενο είναι ένα από τα όσα προέβλεψε ο Einstein με την ειδική θεωρία του της σχετικότητας, που επαληθεύτηκε πειραματικά το 1925 από τον Αμερικανό φυσικό Ives. Από αυτό το φαινόμενο επίσης προκύπτει και το συμπέρασμα ότι κανένα αντικείμενο στο σύμπαν δεν μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός.
   Σε παρένθεση λέμε πως οι φυσικοί σήμερα πιστεύουν ότι υπάρχουν στη φύση σωματίδια που κινούνται με ταχύτητες μεγαλύτερες της ταχύτητας του φωτός, που όμως δεν τα έχουν ανιχνεύσει και δεν έχουν αποδείξεις ότι υπάρχουν. Προσπαθούν να εξηγήσουν αλλιώς τα φαινόμενα που τους οδήγησαν σ’ αυτή την πίστη.
   Αν, όμως, είναι έτσι τα πράγματα, τότε τα κινούμενα σωματίδια, υπερβαίνοντα τον μηδενικό χρόνο που αντιστοιχεί στην ταχύτητα του φωτός, θα πρέπει να ταξιδεύουν προς την κατεύθυνση του αρνητικού χρόνου δηλ. προς το παρελθόν, πράγμα βέβαια εξόχως εκπληκτικό!!. Θα μπορούσαμε δηλ. με τα σωματίδια αυτά,σαν κατευθυνόμενα βλήματα, να σκοτώσουμε κάποιον που θα είχε πεθάνει προ πολλού.!!! Βέβαια δεν μπορεί να είναι έτσι τα πράγματα. Μια πιθανή εξήγηση για τις ταχύτητες που για μας φαίνονται να είναι μεγαλύτερες της ταχύτητας του φωτός, είναι να συμβαίνουν αυτές σε άλλους χώρους, με άλλες διαστάσεις, που εκεί να μην είναι μεγαλύτερες της εκεί ταχύτητας του φωτός. Αχαλίνωτη φαντασία!!
   Κάναμε μια σύντομη διαδρομή στις διάφορες δοξασίες σχετικά με τον χρόνο, από την παληά εποχή μέχρι σήμερα, από φιλοσοφική και επιστημονική άποψη.  Με τα όσα είπαμε γίνεται φανερό ότι ο χρόνος δεν είναι αυτό που μετρούμε με τα ρολόγια μας. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρισκόμαστε είναι ο χωρόχρονος, και πρέπει να πούμε, και να τελειώσουμε μ’ αυτό, ότι η φυσική επιστήμη, που ποτέ δεν θα πάψει να ανιχνεύει και να προχωρεί, ασχολείται, την τελευταία εικοσαετία, με θεωρίες που. αν επικρατήσουν, ίσως αλλάξουν τις ιδέες μας για τον χωρόχρονο και τον χρόνο.
   Προς το παρόν πρέπει, άλλη μια φορά, να πούμε ότι χρωστάμε ευγνωμοσύνη στους επιστήμονες  για τον ασταμάτητο αγώνα τους.  Ας δούμε τί άλλο θα μας φανερώσει η επιστήμη  και η φιλοσοφία στο μέλλον.


Συγγραφέας: Αντώνης Καλαμπάκας, Διδάκτωρ των Μαθηματικών Επιστημών

Πηγή: 24grammata.com

Συνέχεια. . . »

Friday, 3 May 2013

Βιβλίο: Κώδικας Ντα Βίντσι - Νταν Μπράουν





   Τα βιβλία οι Άγγελοι και Δαίμονες και ο Κώδικας Ντα Βίντσι μοιάζουν παρά πολύ, πέρα του ότι αποτελούν το ένα χρονική συνέχεια του άλλου και έχουν τον ίδιο κεντρικό πρωταγωνιστή, έχουν ακριβώς τον ίδιο τρόπο εξέλιξης και ανάπτυξης της ιστορίας. Οι περιπέτειες που φαίνεται να αντιμετωπίζει ο ήρωας μας είναι σαν ένα deja vu. Αυτό που διαφοροποιείται είναι η πολή που διαδραματίζεται η πλοκή και η οργάνωση που απειλεί κάθε φορά τον καθολικισμό και την Χριστιανική Πίστη. 

    Η ιστορία τους είναι απλή, ο μελετητής αρχαίων συμβόλων και καθηγητής του Χάρβαντ Ρόμπερτ Λάνγκντομ καλείται να μελετήσει ένα μυστηριώδες σύμβολο που βρίσκεται χαραγμένο στο πτώμα κάποιου επιφανούς ανθρώπου. Το σύμβολο ανήκει σε κάθε ιστορία σε διαφορετική μυστικιστική αδελφότητα. Την πρώτη δολοφονία ακολουθούν μια σειρά από άλλες και στην προσπάθεια λύσης του μυστηρίου υπάρχει μια αγωνιώδης αναμέτρηση με το χρόνο. Τέλος υπάρχει και η γυναικεία παρουσία διαφορετική σε κάθε ιστορία που παίζει καθοριστκό ρόλο στη λύση του μυστηρίου. 

    Τώρα το ότι μοιάζουν οι δύο ιστορίες δεν σημαίνει ότι αν διαβάσετε το ένα είναι σαν να διαβάσατε και τα δύο. Γιατί το κάθε κουβάρι που ξετυλίγει ο ηρωάς μας βασίζεται σε ένα διαφορετικό ιστορικά περιβάλλον μέσα από το οποίο ανακαλύπτεις πτυχές και αλήθειες για τη θρησκεία, τη τέχνη και τους πνευματικούς ανθρώπους που επηρρέαζαν την κάθε εποχή. Η επιστημονική τεκμηρίωση της κάθε ιστορίας στις ρίζες και αρχές του μυστικισμού, της ιστορίας της Τέχνης και της σημασιολογίας των συμβόλων, σου εξάπτουν τη φαντασία και ταυτόχρονα σε προκαλούν να δεις μια άλλη εκδόχη της αλήθειας που μέχρι τώρα ξέρουμε...
Συνέχεια. . . »

Βιβλίο: Ιλουμινάτοι - Νταν Μπράουν






    Τα βιβλία οι Άγγελοι και Δαίμονες και ο Κώδικας Ντα Βίντσι μοιάζουν παρά πολύ, πέρα του ότι αποτελούν το ένα χρονική συνέχεια του άλλου και έχουν τον ίδιο κεντρικό πρωταγωνιστή, έχουν ακριβώς τον ίδιο τρόπο εξέλιξης και ανάπτυξης της ιστορίας. Οι περιπέτειες που φαίνεται να αντιμετωπίζει ο ήρωας μας είναι σαν ένα deja vu. Αυτό που διαφοροποιείται είναι η πολή που διαδραματίζεται η πλοκή και η οργάνωση που απειλεί κάθε φορά τον καθολικισμό και την Χριστιανική Πίστη. 

     Η ιστορία τους είναι απλή, ο μελετητής αρχαίων συμβόλων και καθηγητής του Χάρβαντ Ρόμπερτ Λάνγκντομ καλείται να μελετήσει ένα μυστηριώδες σύμβολο που βρίσκεται χαραγμένο στο πτώμα κάποιου επιφανούς ανθρώπου. Το σύμβολο ανήκει σε κάθε ιστορία σε διαφορετική μυστικιστική αδελφότητα. Την πρώτη δολοφονία ακολουθούν μια σειρά από άλλες και στην προσπάθεια λύσης του μυστηρίου υπάρχει μια αγωνιώδης αναμέτρηση με το χρόνο. Τέλος υπάρχει και η γυναικεία παρουσία διαφορετική σε κάθε ιστορία που παίζει καθοριστκό ρόλο στη λύση του μυστηρίου.

    Τώρα το ότι μοιάζουν οι δύο ιστορίες δεν σημαίνει ότι αν διαβάσετε το ένα είναι σαν να διαβάσατε και τα δύο. Γιατί το κάθε κουβάρι που ξετυλίγει ο ηρωάς μας βασίζεται σε ένα διαφορετικό ιστορικά περιβάλλον μέσα από το οποίο ανακαλύπτεις πτυχές και αλήθειες για τη θρησκεία, τη τέχνη και τους πνευματικούς ανθρώπους που επηρρέαζαν την κάθε εποχή. Η επιστημονική τεκμηρίωση της κάθε ιστορίας στις ρίζες και αρχές του μυστικισμού, της ιστορίας της Τέχνης και της σημασιολογίας των συμβόλων, σου εξάπτουν τη φαντασία και ταυτόχρονα σε προκαλούν να δεις μια άλλη εκδόχη της αλήθειας που μέχρι τώρα ξέρουμε...
Συνέχεια. . . »

Βιβλίο: Ο μυστικός κώδικας του Πυθαγόρα





   Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, υπήρξε σημαντικός Έλληνας φιλόσοφος, μαθηματικός, γεωμέτρης και θεωρητικός της μουσικής. Είναι ο κατεξοχήν θεμελιωτής των ελληνικών μαθηματικών και δημιούργησε ένα άρτιο σύστημα για την επιστήμη των ουρανίων σωμάτων, που κατοχύρωσε με όλες τις σχετικές αριθμητικές και γεωμετρικές αποδείξεις. Γεννήθηκε σε χρονολογία που δεν μας είναι γνωστή, αλλά που εικάζεται πως είναι μεταξύ των ετών 580 - 572 π.Χ. και ως επικρατέστερος τόπος γεννήσεως παραδίδεται η νήσος Σάμος. Πέθανε στο Μεταπόντιον της Ιταλικής Λευκανίας σε μεγάλη ηλικία, περί το 500 - 490 π.Χ.
Συνέχεια. . . »

Βιβλίο: Άπαντα - Ηράκλειτος





   Ο Ηράκλειτος υπήρξε αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Έφεσο κατά το 544 π.Χ. Αν λάβουμε όμως υπ' όψιν ότι η ακμή του συμπίπτει με την 69η Ολυμπιάδα (504 π.Χ.-501 π.Χ.) και έζησε 60 έτη, μπορούμε να δεχθούμε ότι ο θάνατός του συνέβη το 484 π.Χ.. Πατέρας του αναφέρεται ο Βλύσων (ή Βλόσων) ή Ηράκων. Ανήκε στο γένος των Ανδροκλειδών, εκείνων δηλαδή που υπό την Αρχηγία του Ανδρόκλου, του γιου του Βασιλέα των Αθηνών Κόδρου, εξόρμησαν από την Αθήνα και έκτισαν στην Ιωνία (Μικρά Ασία) την Έφεσο. Οι περί του βίου του όμως αναφερόμενες ειδήσεις είναι πολύ λίγες. Ο Ηράκλειτος υπήρξε από παιδικής του ηλικίας άξιος θαυμασμού. Αν και δεν υπήρξε κανενός άλλου μαθητής, υποστήριζε ο ίδιος πως είχε μάθει τα πάντα από τον εαυτό του. Από τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του, φαίνεται ότι γνώριζε πολύ καλά σχεδόν όλα τα συγγράμματα των προγενέστερων φιλοσόφων, των επικών και ελεγειακών ποιητών καθώς και όλες τις ιστορικές συγγραφές που κυκλοφορούσαν στην εποχή του στην Ιωνία.
  Η εποχή του είναι μεταβατική και σηματοδοτείται από μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές. Η φιλοσοφία του αντιμετωπίζει κριτικά τις εξελίξεις της εποχής του και παίρνει αποστάσεις τόσο από τη μυθική παράδοση όσο και από τη νέα κοινωνία που ανατέλλει.
Συνέχεια. . . »

Βιβλίο: Η Διδασκαλία της Μέσης Οδού - Κομφούκιος



Η Διδασκαλία της Μέσης Οδού, που αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της φιλοσοφίας του Κομφουκισμού, αποτελεί τμήμα του Αρχείου Τελετουργικών (Αι Τζι), το οποίο πιστεύεται πως έγραψε ο Κομφούκιος. Όμως σήμερα υποστηρίζεται ότι μερικά μέρη του Αρχείου Τελετουργικών γράφηκαν από άμεσους μαθητές του.

Η σύνταξη της Διδασκαλίας της Μέσης Οδού αποδίδεται στον Κονγκ Τζι, εγγονό του Κομφούκιου. Οι Κινέζοι ερευνητές και σχολιαστές συμφωνούν στο θέμα αυτό και με βάσιμες ενδείξεις. Επειδή ο Κονγκ Τζι κατέχει μια σπουδαία θέση στη φιλοσοφία της Κίνας και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση της διδασκαλίας εκείνης που μπορούμε να αποκαλέσουμε Εσωτερικό Κομφουκισμό, είναι σκόπιμο να πούμε λίγα λόγια για τη ζωή του.
Συνέχεια. . . »

Thursday, 2 May 2013

Βιβλίο: Περί μέθης, περί αρετών και κακιών, περί κόσμου - Αριστοτέλης




Το Περί Μέθης, το Περί Αρετών και Κακιών και το Περί Κόσμου ανήκουν σε εκείνη την ομάδα των αριστοτελικών έργων, τα οποία θεωρούνται από τους περισσότερους ερευνητές ως νόθα. δηλαδή ως έργα που δεν προέρχονται από τη γραφίδα του Αριστοτέλη αλλά από άλλους συγχρόνους ή μεταγενέστερους συγγραφείς. Εντούτοις, όπως και τ' άλλα έργα του Σταγειρίτη, το ίδιο και αυτά θεωρούνται αναμφισβήτητα σπουδαία δημιουργήματα του αρχαιοελληνικού και γενικότερα του ελληνικού πνεύματος, λόγω της διαχρονικότητας που έχουν.

Όσον αφορά στο πρώτο, κατά σειρά έργο, το Περί Μέθης το ενδιαφέρον εστιάζεται στα συμπόσια που διοργανώνονταν από νοήμονες ανθρώπους, οι οποίοι με τη συνοδεία του οίνου, ενός βασικού παράγοντα κατά τη διεξαγωγή των συμποσίων, δημιουργούσαν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη φιλοσοφικών θεμάτων. O οίνος, σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης διατροφής, όταν δεν γινόταν κατάχρηση του στα συμπόσια, ώστε να οδηγηθούν οι συμποσιάζοντες στην άκρατη οινοποσία, δηλαδή στο μεθύσι, δημιουργούσε το καταλληλότερο έδαφος για φιλοσοφικές συζητήσεις. Από τη θέση αυτή αποτελούν τα συμπόσια για εμάς σήμερα την απαρχή για μια δια βίου εκπαίδευση.

Όσον αφορά στο δεύτερο έργο το Περί αρετών και Κακιών αναπτύσσονται ζητήματα ηθικής και συγκεκριμένα αναλύονται διεξοδικά οι βασικότερες αρετές, ενώ παράλληλα παρατίθενται και τα αντίθετα τους οι κακίες. Στο έργο αυτό δομείται ένας τρόπος ζωής πάνω στη λογική και στην ορθότητα. Η διαχρονικότητα του παρόντος έργου αναφαίνεται από το γεγονός ότι όπως οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, έτσι και εμείς σήμερα μπορούμε μέσα από τέτοιου είδους κείμενα να αναζητήσουμε μια αποτελεσματικότερη ηθική αγωγή και μόρφωση των πολιτών.

Με το τρίτο και τελευταίο, κατά σειρά, έργο το Περί Κόσμου δίνεται μέσα από μια συνοπτική και περιεκτική περιγραφή η δομή και η συγκρότηση του κόσμου, καθώς και των φαινομένων, των μετεωρολογικών και των αστρικών, όπως αυτές εκδηλώνονται μέσα από το εκχύλισμα της θείας δύναμης και μας παρέχουν μια εμπειρική γνώση. Αυτή ακριβώς η παροχή της εμπειρικής γνώσης αποτελεί για τον αναγνώστη κάθε εποχής, και για εμάς σήμερα, μια παιδαγωγική μέθοδο αναγωγής και κατάληψης της ενάργειας του κόσμου, της αρχής της τάξης και της αρμονίας που είναι ο θεός.
Συνέχεια. . . »

Wednesday, 1 May 2013

Βιβλίο: Πλάτων, ο άνθρωπος, η έποχή του, το έργο του - Auguste Dies




    Ο Πλάτων (427 π.Χ.–347 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με τη μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο. Ασκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι τις ημέρες μας. Κύριος οικοδόμος της φιλοσοφίας, οδηγητής είτε προάγγελος μεταγενεστέρων προβάσεών της, εμπνευστής άμεσα ή έμμεσα των σπουδαιότερων κοινωνικοπολιτικών οραματισμών. Ο Πλάτων, μεταξύ άλλων, έγραψε την Απολογία του Σωκράτους, η οποία θεωρείται ως μια σχετικά ακριβής καταγραφή της απολογίας του Σωκράτη στη δίκη που τον καταδίκασε σε θάνατο, το Συμπόσιο όπου μιλά για τη φύση του έρωτα, τον «Πρωταγόρα» όπου μεταξύ άλλων θεμελιώνεται θεωρητικά η αρχή της «πρόληψης» που δεν λαμβάνει την ποινή ως απολύτως «ανταποδοτική», τον Παρμενίδη και τον Θεαίτητο, όπου θεμελιώνει την αντικειμενικότητα του λόγου και της ιδέας, ενώ σε δύο μακρούς διαλόγους, την Πολιτεία και τους Νόμους περιέγραψε την ιδανική πολιτεία.
Συνέχεια. . . »

Κοινωνικά Δίκτυα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...