Thursday, 14 May 2015

Βιολογία και Φιλοσοφία

Βιολογική έρευνα και εκπαίδευση: Η Σωκρατική, η Αριστοτελική και η Επικούρεια προσέγγιση »

Η συμβολή των μεγάλων Ελλήνων φιλοσόφων στην πρόοδο του ανθρώπινου πνεύματος είναι δεδομένη. Οι απόψεις τους, που αποτελούν διαχρονικές διδαχές, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις μπορούν να δημιουργήσουν το καλύτερα εφαρμόσιμο πλαίσιο έρευνας και εκπαίδευσης στις Βιολογικές Επιστήμες.


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Σωκράτης ο Αθηναίος, ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης και ο Επίκουρος ο Αθηναίος είναι τρεις μεγάλοι φιλόσοφοι, που προσπάθησαν να διερευνήσουν τις σημαντικές έννοιες της Ζωής και της Φύσης με σκοπό την εκπαίδευση των συνανθρώπων τους. Οι φιλοσοφικές απόψεις και η παιδαγωγική προσέγγιση των τριών φιλοσόφων διέφεραν σε σημαντικά σημεία.

Οι βιογραφίες τους περιλαμβάνονται στο έργο του Διογένη Λαέρτιου «Βίοι Φιλοσόφων», αλλά οι πρωτογενείς πηγές σχετικά με τις απόψεις των τριών φιλοσόφων διαφέρουν ως προς την ποσότητα και την αυθεντικότητά τους. Ο εσωτεριστής Σωκράτης δεν έγραψε τίποτα, αλλά γνωρίζουμε τις απόψεις του κυρίως από τα έργα των μαθητών του Πλάτωνα και Ξενοφώντα. Πολλά από τα έργα του πολυγραφότατου πανεπιστήμονα Αριστοτέλη έχουν σωθεί. Αντίθετα, η μεγάλη πλειοψηφία των έργων του επίσης πολυγραφότατου και φιλάνθρωπου Επίκουρου έχουν χαθεί και μόνο τρεις επιστολές του και ένας κατάλογος των βασικότερων απόψεών του («Κύριαι δόξαι») έχουν διασωθεί από τον βιογράφο του Διογένη Λαέρτιο.

Σε αυτό το δοκίμιο θα καταγραφούν περιληπτικά τα βασικά σημεία της κοσμοθεωρίας, της διερευνητικής προσέγγισης της ζωής και της εκπαιδευτικής μεθοδολογίας του κάθε φιλοσόφου. Στη συνέχεια, θα γίνει προσπάθεια σύγκρισης των προβλέψεών τους με τα ευρήματα της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης καθώς και εκτίμηση της συμβολής τους στην καλύτερη δυνατή έρευνα και εκπαίδευση στις Βιολογικές Επιστήμες.

2. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ (470-399 π.Χ.)

2.1. Η φιλοσοφία του Σωκράτη

Ο Σωκράτης πίστευε ότι η άυλη ψυχή και το υλικό σώμα είναι δύο διαφορετικές υποστάσεις. Ο αισθητός υλικός κόσμος, που οι άνθρωποι βλέπουν και αγγίζουν είναι ένα σκιώδες είδωλο του μοναδικού αληθινού κόσμου των ιδεών. Ένας δημιουργός θεός έφτιαξε τον υλικό κόσμο με βάση τις ιδέες, που είναι αιώνιες και οι μόνες αληθινά υπαρκτές. Όποτε το κρίνει σωστό ο μοναδικός θεός παρεμβαίνει στον κόσμο, δηλαδή υπάρχει θεία πρόνοια.

Η ψυχή είναι η έδρα των νοητικών λειτουργιών αλλά και της ηθικής συνείδησης. Ο Σωκράτης πίστευε ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας τη λογική του, την ενδοσκόπηση και τη διαλεκτική μπορεί να γνωρίσει τις σταθερές και αναλλοίωτες αρχές που θα τον οδηγήσουν στο Αγαθό, δηλαδή την αρετή της δίκαιης διαβίωσης. Δεν μαθαίνουμε τίποτα, αλλά απλώς θυμόμαστε ό,τι γνώριζε η αθάνατη ψυχή μας όταν βρισκόταν στον κόσμο των ιδεών. Η ψυχή του κάθε ανθρώπου προορίζεται μετά από μια σειρά μετενσαρκώσεων να ενωθεί με το αιθέριο σώμα των άστρων.

Η μελέτη της Φύσης δεν έχει να προσφέρει τίποτα κατά τον Σωκράτη, επειδή ο υλικός κόσμος είναι μια σκιά και οι αισθήσεις μάς απατούν. Πίστευε ότι δεν χρειάζεται να μελετάμε τα ουράνια φαινόμενα γιατί δεν θα μάθουμε ποτέ τη φύση τους, την οποία θα γνωρίζαμε αν ήθελε o θεός να την γνωρίζουμε. Η άποψη του Σωκράτη συμπυκνώνεται στο ρητό «πίστευε και μη ερεύνα».

2.2. Η βιολογική έρευνα κατά τον Σωκράτη

Ο Σωκράτης πίστευε ότι δεν χρειάζεται να διερευνούμε ούτε τα φυσικά και τα βιολογικά φαινόμενα, αφού θα γνωρίζαμε και γι’ αυτά αν ήθελε ο θεός. Θεωρούσε βέβαιη την αιώνια ύπαρξη των ψυχών και τους διαρκείς κύκλους μετενσάρκωσής τους. Στο τέλος της ζωής του ο Σωκράτης είπε: «Είμαι πεπεισμένος πως υπάρχει αληθινά αυτό που λέμε ζεις ξανά και πως οι ζωντανοί προέρχονται από τους νεκρούς».

Σύμφωνα με το μαθητή του Πλάτωνα, ο Σωκράτης υποστήριζε ότι μια αγνή ψυχή ενός αριστοκράτη άνδρα λόγω των υλικών επιθυμιών μπορεί να ξεπέσει στην επόμενη μετενσάρκωση σε φτωχό άνδρα. Αν η ψυχή παγιδευτεί απελπιστικά σε υλικές επιθυμίες, υποβιβάζεται στις επόμενες ζωές διαδοχικά σε δούλο άνδρα, σε γυναίκα και στη συνέχεια σε ζώα. Οι λαίμαργοι και οι αλκοολικοί μπορούν να γεννηθούν γαϊδούρια, οι βίαιοι και οι άδικοι σαν λύκοι και γεράκια και όσοι παρασύρονται τυφλά από τα κοινωνικά γεγονότα σαν μέλισσες και μυρμήγκια. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, η ψυχή αποκτά ξανά τη δυνατότητα να επανέλθει σε ανθρώπινη μορφή με ανανεωμένη την ευκαιρία να απελευθερωθεί από τον κύκλο μετενσαρκώσεων και να ενωθεί με τα άστρα.

2.3. Η παιδαγωγική προσέγγιση του Σωκράτη

Ο Σωκράτης προσποιείτο ότι δεν γνωρίζει τίποτα, αλλά ότι ήθελε να μάθει τι είναι καλό και κακό, όσιο και ανόσιο, θάρρος και δειλία. Ο φιλόσοφος εφάρμοζε την διαλεκτική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος με ερωτήσεις και απαντήσεις μπορεί να προσεγγίσει την αλήθεια φτάνοντας στη γνώση που έχει ήδη μέσα του. Με τη χρήση των επίμονων και σαφών ερωτήσεων έκανε το συνομιλητή του να βάζει το νου του σε κίνηση, να γεννάει σκέψεις, ιδέες, απορίες για το πώς να ενεργεί στη ζωή του, πώς να κρίνει τους άλλους και τον εαυτό του. Κατά συνέπεια δίδασκε την αυτογνωσία και αναζητούσε την αιώνια αλήθεια της ηθικής, της δικαιοσύνης και του θείου.

Στα θετικά σημεία του Σωκράτη ήταν η διατύπωση της περιέργειας (που αποτελεί το πρώτο βήμα της έρευνας) και το γεγονός ότι άνοιξε το δρόμο για τη θεμελίωση της Ηθικής ως μέρους της Φιλοσοφίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Σωκράτης ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλους παιδαγωγούς της ανθρωπότητας, καθώς προώθησε την αυτοδιδασκαλία καθιστώντας το δάσκαλο καθοδηγητή και όχι μεταδότη γνώσεων.

Αρνητικό του σημείο ήταν ότι οι ερωταποκρίσεις δεν κατέληγαν στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων ή στην απόκτηση αντικειμενικής γνώσης της πραγματικότητας («ένα πράγμα γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτα»).

3. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (384-322 π.Χ.)

3.1. Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη

Ο ιδρυτής της Περιπατητικής Σχολής Αριστοτέλης πίστευε σε έναν υλικοπνευματικό κόσμο που είχε δημιουργηθεί τελεολογικά και ντετερμινιστικά από μία αλυσίδα αιτίου-αιτιατού με έναρξη το θεϊκό πρώτο κινούν ακίνητο. Με μία σειρά λογικών συλλογισμών είχε καταλήξει ότι υπάρχουν 47 ή 55 θεοί ως πρωταρχικά αίτια. Δεν υπάρχει άλλη θεϊκή παρέμβαση (θεία πρόνοια) στον κόσμο. Με τη βοήθεια των αισθήσεων, που είναι αξιόπιστες, ο άνθρωπος μπορεί να παρατηρήσει και με τη λογική να κατανοήσει το σκοπό της ύπαρξης όλων των πραγμάτων στον κόσμο. Η Φύση μπορεί να κατανοηθεί σε μεγάλο βαθμό, αφού καταγραφούν και κατηγοριοποιηθούν με μεγάλη σχολαστικότητα όλες οι γνώσεις, εκτός από κάποια αξιώματα τα οποία πρέπει να γίνουν αποδεκτά χωρίς να αποδειχθούν.

Ο κόσμος αποτελείται από τα τέσσερα στοιχεία φωτιά, νερό, γη και αέρα, τα οποία μέσω της μετουσίωσης μετατρέπονται το ένα στο άλλο. Επιπλέον, στον κόσμο υπάρχει σε μικρή ποσότητα και μία πέμπτη θεϊκή ουσία, ο αιθέρας (πεμπτουσία), που αποτελεί και συστατικό της ανθρώπινης ψυχής. Ο αιθέρας είναι αγέννητος, άφθαρτος, αναλλοίωτος. Ο κόσμος είναι στατικός και αποτελείται από την επίπεδη γη με το στερέωμα, δηλαδή το θόλο όπου είναι καρφωμένα τα άστρα, ο ήλιος και η σελήνη. Ο άνθρωπος είναι ο ανώτερος και τελειότερος ζωντανός οργανισμός. Η ψυχή του ανθρώπου είναι ιδιότητα του σώματός του και διαλύεται μετά τον θάνατο.

Ο σκοπός του ανθρώπου είναι η τελειοποίηση των δυνατοτήτων του. Ο Αριστοτέλης δεχόταν ότι η ανθρώπινη φύση ελκύεται από την ηδονή, αλλά θεωρούσε ανώτερη την ηδονή που πηγάζει από τις πνευματικές ενασχολήσεις και τη μάθηση. Οι ανθρώπινες ενέργειες αποσκοπούν στην ευδαιμονία, την οποία θεωρούσε ως «δραστηριότητα της ψυχής σύμφωνα με την αρετή, που έχει ένα ώριμο πρόσωπο». Για τα πάντα προτιμούσε τη χρυσή μεσότητα. Για παράδειγμα, η αρετή που κυριαρχεί στα πάθη παίζει ρυθμιστικό ρόλο ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη.

3.2. Η βιολογική έρευνα κατά τον Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης υπήρξε πολυγραφότατος και τα έργα του είχαν ως αντικείμενο τη Λογική, την Ηθική, την Πολιτική, τη Φυσική και κυρίως τη Βιολογία, η οποία κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών του. Οι βιολογικές μελέτες του βασίζονταν σε δείγματα ζώων και φυτών που μάζεψε ο ίδιος στη Μικρά Ασία, στη Λέσβο, στην Πέλλα και την Αθήνα, αλλά και πολλά που του έστειλε ο μαθητής του Μέγας Αλέξανδρος από μακρινές χώρες. Στηρίχθηκε σε προσωπικές παρατηρήσεις και ανατομικές μελέτες που διεξάγονταν με μεθοδικότητα και ταξινόμησε με εκπληκτική οξυδέρκεια ένα μεγάλο αριθμό πληροφοριών.

Τα βιολογικά έργα του είναι τα “Περί Ζώων Ιστορίαι” (το αρχαιότερο γνωστό βιολογικό κείμενο), “Περί Ζώων Μορίων”, “Περί Ζώων Γενέσεως”, “Περί Ζώων Πορείας”, “Περί Ψυχής”, “Μικρά Φυσικά”, “Περί Ζώων Κινήσεως” και “Περί Φυτών”. Κατά τον Αριστοτέλη οι ζωντανοί οργανισμοί αποτελούν μία ιεραρχική πυραμίδα με κορυφαίο τον άνδρα και μετά τη γυναίκα, τα θηλαστικά, τα άλλα ζώα και τελευταία τα φυτά, που είναι εκφυλισμένα ζώα.

Η συμβολή του Αριστοτέλη στις Βιολογικές Επιστήμες είναι τεράστια. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος θεωρείται ο πατέρας της Ζωολογίας αλλά και της Ψυχολογίας. Ειδικότερα, η συμβολή του στην βιολογική κατάταξη των ζωντανών οργανισμών ήταν ότι τεκμηρίωσε την έννοια του είδους με πολλούς ελεγχόμενους χαρακτήρες και το καθιέρωσε ως βασική μονάδα κατάταξης, καθιέρωσε πολυάριθμες ταξινομικές ομάδες κατηγοριών που διατηρούνται και σήμερα και έθεσε τη βάση της ζωολογικής ονοματολογίας, με βάση τα εμφανή και μοναδικά χαρακτηριστικά των ζώων. Ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούνται διεθνώς τα ονόματα που έδωσε σε διάφορα ζώα, όπως κολεόπτερα, δίπτερα, πάνθηρ, λυγξ και πολλά άλλα.

Ένα από τα αρνητικά του Αριστοτέλη ήταν η πεποίθηση ότι «όλα στη Φύση έχουν κάποιο σκοπό». Αντίθετα ο διάδοχός του στην Περιπατητική Σχολή Θεόφραστος αρνήθηκε να δεχθεί την τελεολογία του Αριστοτέλη, επειδή παρατήρησε ότι στη Φύση υπάρχουν πολλά περιττά πράγματα (π.χ. οι μαστοί στα αρσενικά ζώα). Με αυτό το σκεπτικό, δεν δέχθηκε την άποψη του δασκάλου του ότι τα φυτά είναι εκφυλισμένα ζώα. Ο Θεόφραστος θεωρείται ο ιδρυτής της Βοτανικής επειδή περιέγραψε αναλυτικά τα γνωστά φυτά της εποχής του και τα ταξινόμησε ως ξεχωριστούς βιολογικούς οργανισμούς από τα ζώα.

3.3. Η παιδαγωγική προσέγγιση του Αριστοτέλη

Σκοπός της μάθησης σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι η επίτευξη της τελείωσης, η οποία έγκειται στην πραγμάτωση των ιδιαίτερων δυνατοτήτων της νόησης που διαθέτει ο άνθρωπος. Η τελείωση του ανθρώπου (“εντελέχεια”) ταυτίζεται με την ευδαιμονία, η οποία εκτός από την ευχαρίστηση από την απόλαυση υλικών ή πνευματικών αγαθών, επιδιώκει και την άσκηση της αρετής στην πράξη. Οι άριστοι και ευδαίμονες πολίτες, που διακρίνουν το ορθό και το αληθές και έχουν κατακτήσει την αρετή, αποτελούν τη βάση για την ευδαιμονία της πόλεως. Η εκπαίδευση που αποκτούν τους βοηθά να γίνουν καλύτεροι μέσα από τον ορθολογισμό και την ορθοπραξία.

Η παιδαγωγική του Αριστοτέλη βασιζόταν στην προφορική ανάπτυξη ενός θέματος από το δάσκαλο-αυθεντία, που κατείχε την αδιαμφισβήτητη γνώση και την πρακτική εμπειρία και τη μετέδιδε προς τους μαθητές του. Την προφορική διδασκαλία μπορεί να συμπλήρωνε και η πρακτική ανατομική επίδειξη.

4. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ (341-270 π.Χ.)

4.1. Η φιλοσοφία του Επίκουρου

Ο Επίκουρος ο Αθηναίος συνδύασε τη Φυσική του Δημόκριτου του Αβδηρίτη και την Ηθική του Αριστοτέλη του Σταγειρίτη, αλλά και μετεξέλιξε τις ιδέες τους δημιουργώντας μια συνεπή κοσμοθεωρία χωρίς εννοιολογικά κενά. Ο φιλόσοφος δέχθηκε τη δημοκρίτεια ατομική θεωρία, σύμφωνα με την οποία όλα στη Φύση αποτελούνται από άφθαρτα άτομα και κενό. Το σύμπαν είναι αιώνιο («τίποτα δεν δημιουργείται από το τίποτα»), η συνολική ύλη διατηρείται, αλλά αλλάζει διαρκώς μορφές, αφού ο αριθμός των ατόμων είναι άπειρος, όπως και οι συνδυασμοί τους στην αιωνιότητα, που δημιουργούν εξελικτικά ήλιους, σφαιρικούς κόσμους (πλανήτες), βράχους και ζωντανούς οργανισμούς. Οι θεοί υπάρχουν μέσα σε μακάρια αθανασία, αλλά δεν ασχολούνται μαζί μας (δεν υπάρχει θεία πρόνοια), όπως δείχνει η ανθρώπινη εμπειρία. Δεν πρέπει να τους φοβόμαστε αλλά να προσπαθούμε να τους μιμηθούμε στην αρετή και την ευδαιμονία.

Ο Επίκουρος άφησε κάποια θέση για το τυχαίο στην αναγκαιότητα των φυσικών νόμων. Εκτός από τις φυσιολογικές ισοταχείς κινήσεις των ατόμων και τις κινήσεις μετά από σύγκρουση με άλλα άτομα, υποστήριξε την ύπαρξη της σπάνιας τυχαίας παρέκκλισης κάποιου ατόμου σε απρόβλεπτο χρόνο, που σπάει τη ντετερμινιστική αλυσίδα αίτιου-αιτιατού και επιτρέπει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Ο φιλόσοφος δέχθηκε ότι αφού ο άνθρωπος είναι μία κατασκευή από άτομα, ακολουθεί τους ίδιους φυσικούς νόμους δημιουργίας, εξέλιξης και φθοράς όπως όλα τα συσσωματώματα ατόμων. Υιοθετώντας τη βιολογική προσέγγιση του Αριστοτέλη, αποδέχθηκε την αξιοπιστία των αισθήσεων ως βάση της πληροφόρησής μας για το περιβάλλον, εφόσον έτσι προσαρμοστήκαμε κατά την πορεία της Εξέλιξης για να ζήσουμε στο συγκεκριμένο κόσμο. Επιπλέον, όπως και ο Αριστοτέλης, θεώρησε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι ιδιότητα του σώματός του και διαλύεται μετά τον θάνατο.

Ο Επίκουρος αναγνώρισε τη φυσική τάση του ανθρώπου για την επιδίωξη της ηδονής και την αποφυγή του πόνου. Η φρόνηση βοηθά τον άνθρωπο να επιλέγει εκείνες τις ηδονές που δεν θα τον βλάψουν επιφέροντας πόνο αντί για ευχαρίστηση. Συμφώνησε με τον Αριστοτέλη ότι ο σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία, την οποία όρισε ως «ηδονική κατάσταση απουσίας του σωματικού πόνου και της ψυχικής ταραχής», κατά συνέπεια εφικτή για όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα από το φύλο και την κοινωνική τους θέση. Η κατάσταση ευτυχίας μπορεί να επιτευχθεί με τη συνειδητοποίηση της φύσης του ανθρώπου και του σύμπαντος, την απελευθέρωση από τους αβάσιμους φόβους, τη φρόνηση για τη συνετή ικανοποίηση των φυσικών αναγκών, τη συναισθηματική ισορροπία και το συμμετοχικό αγαθό της φιλίας.

4.2. Η βιολογική έρευνα κατά τον Επίκουρο

Ο Επίκουρος δέχθηκε την αξιοπιστία των αισθήσεων σύμφωνα με τη βιολογική προσέγγιση του Αριστοτέλη, αλλά περιέγραψε τους μηχανισμούς της αίσθησης  με βάση την ατομική θεωρία. Άτομα από το περιβάλλον ερεθίζουν ειδικούς υποδοχείς στα αισθητήρια όργανά μας έτσι ώστε μπορούμε να βλέπουμε, να ακούμε, να γευόμαστε. Η υλικότητα των αισθήσεων αποδεικνύεται από την κατάργησή τους μετά το θάνατο. Αναγνώρισε ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου εξαρτάται φυσιολογικά από τα ένστικτα (π.χ. ικανοποίηση της πείνας), τα συναισθήματα (π.χ. ευχαρίστηση) και τις νοητικές λειτουργίες (π.χ. δημιουργική φαντασία).

Προώθησε το βιολογικό τρόπο σκέψης προτείνοντας τη γένεση της ζωής στην αρχέγονη γη, την κληρονομικότητα των βιολογικών χαρακτηριστικών μέσω επικρατητικών και υπολειπόμενων σπερμάτων, την Εξέλιξη των ζωντανών οργανισμών και την επιβίωση εκείνων με την καλύτερη προσαρμογή στο περιβάλλον τους. Ο Επίκουρος θεώρησε βέβαιο ότι υπάρχουν πολλοί σφαιρικοί κόσμοι (πλανήτες), που μπορεί να μοιάζουν ή όχι με τη γη, στους οποίους υπάρχουν ζωντανοί οργανισμοί, δηλαδή μίλησε για ύπαρξη εξωγήινης ζωής!

Η μεθοδολογία του φιλοσόφου ήταν να αποδέχεται ως πιθανή κάθε θεωρία που εξηγούσε ένα φαινόμενο, αποδεχόμενος ως βέβαιη γνώση μόνο ό,τι είναι ολοφάνερο σύμφωνα με τη μαρτυρία των αισθήσεων ή του νόμου της αναλογίας. Επιπλέον, μίλησε και για τα δύο σφάλματα που αναγνωρίζει η επιστημονική μεθοδολογία: το τυχαίο και το συστηματικό. Προσπαθώντας να κατανοήσει την πραγματικότητα, ο Επίκουρος έκτισε τα θεμέλια της αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας, η οποία βασίζεται στην πειραματική παρατήρηση. Ο διάδοχος του Θεόφραστου στην Περιπατητική Σχολή Στράτωνας άρχισε να καταστρώνει πειράματα για να ελέγξει τις απόψεις του Επίκουρου, που ήταν σύγχρονός του στην Αθήνα. Για πρώτη φορά στην Ιστορία πραγματοποιούνται και καταγράφονται πειράματα, π.χ. επιβεβαίωση ότι ο αέρας έχει υλική υπόσταση, αναποδογυρίζοντας ένα άδειο δοχείο μέσα σε νερό και παρατηρώντας τις φυσαλίδες που αναδύονται. Ο Στράτωνας τελικά θα δεχθεί ότι όλα στη Φύση αποτελούνται από μικροσκοπικά αόρατα σωματίδια και κενό.

4.3. Η παιδαγωγική προσέγγιση του Επίκουρου

O Επίκουρος θεώρησε την αφιλοκερδή και ειλικρινή φιλία ως την υπέρτατη ανθρώπινη σχέση και βάση της ευτυχισμένης ζωής. Η σχέση με τους μαθητές του βασιζόταν στη φιλία, την ψυχική ηρεμία και τον αμοιβαίο σεβασμό. Ο έμπειρος δάσκαλος έπρεπε να βοηθήσει τους νεότερους φίλους του να βαδίσουν τον ίδιο δρόμο της φρόνησης και της γνώσης. Χρησιμοποιούσε βιωματική προσέγγιση της γνώσης με τη βοήθεια των αισθήσεων και της εμπειρίας.

Ο Επίκουρος πρέσβευε ότι με την επιστημονική γνώση ο άνθρωπος καταπολεμά τους ανυπόστατους φόβους και οδηγείται στην ευδαιμονία. Η γνώση βρίσκεται με τη βοήθεια των αισθήσεων και όχι με τις διάφορες θεωρίες. Ο στόχος είναι η ευχαρίστηση που είναι ταυτόχρονη με την απόκτηση γνώσεων.

5. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΩΝ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

Η φιλοσοφική άποψη του Σωκράτη είναι κυρίως ιδεαλιστική, ενώ εκείνες του Αριστοτέλη και του Επίκουρου είναι πιο φυσιοκρατικές. Ειδικότερα η φιλοσοφία του Επίκουρου, η οποία περιλαμβάνει την ατομική θεωρία, την κοσμολογία και την Εξέλιξη των ειδών είναι εκείνη που προσεγγίζει περισσότερο την σύγχρονη Επιστήμη.

Η βιολογική έρευνα απορρίπτεται από την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Σωκράτη (εκτός από την Ηθική), ενώ ο Αριστοτέλης με την αποδοχή των αισθήσεων θεμελιώνει τη Ζωολογία και τη βιολογική έρευνα, που συνεχίζει στη Βοτανική ο Θεόφραστος. Ο Επίκουρος με τις θεωρίες του για την Εξέλιξη των ειδών, την κληρονομικότητα των βιολογικών χαρακτηριστικών και τους σωματιδιακούς μηχανισμούς των αισθήσεων προσφέρει το υπόβαθρο της μοριακής βάσης της ζωής (Μοριακή Βιολογία). Επιπλέον, ο Επίκουρος συνδέει την ελεύθερη βούληση με το τυχαίο (την ύπαρξη του οποίου υποστηρίζει και η αρχή απροσδιοριστίας της κβαντικής φυσικής) και θέτει τις μεθοδολογικές βάσεις της πειραματικής Επιστήμης γενικότερα.

Με την παιδαγωγική προσέγγισή του, ο Σωκράτης μπορεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον του συνομιλητή του και να τον κατευθύνει στην ενδοσκόπηση και στην αναζήτηση της αλήθειας, αλλά δεν προσφέρει ουσιαστική γνώση και κατανόηση για τη φύση της ζωής και του ανθρώπου. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης έχει συγκεκριμένο παιδαγωγικό σκοπό που οδηγεί στην πνευματική και ηθική τελείωση του ανθρώπου με τη συμβολή του ορθολογισμού. Η παιδαγωγική αξία της διδασκαλίας του Επίκουρου είναι μεγάλη, επειδή η βιωματική απόκτηση της επιστημονικής γνώσης μέσα σε συνθήκες φιλίας και πνευματικής απόλαυσης οικοδομεί τη φρόνηση του ανθρώπου απομακρύνοντας τους ανυπόστατους φόβους και τον οδηγεί σε κατάσταση ευδαιμονίας.

Συμπερασματικά, ο Σωκράτης με την απορητική στάση του φαίνεται να αντιστοιχεί πνευματικά στην παιδική ηλικία της ανθρώπινης σκέψης, ο Αριστοτέλης στην εφηβεία της που χαρακτηρίζεται από δογματισμό καθώς μόλις αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και ο Επίκουρος στην ώριμη ηλικία της ανθρώπινης σκέψης με τη διατύπωση πολλών πιθανών ερμηνειών και την αποδοχή μόνον όσων στηρίζονται σε εμπειρικά δεδομένα.

Πηγή: www.pev.gr (Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων)

Παρατήρηση: Το περιεχόμενο του δοκιμίου παρουσιάστηκε ως ομιλία στο Πανελλήνιο Συνέδριο «Υγεία-Περιβάλλον-Εκπαίδευση: Προβληματισμοί-Προτάσεις», Αθήνα 27-28 Μαρτίου 2009, που διοργανώθηκε από το Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Συνέχεια. . . »

Saturday, 17 May 2014

Αθεϊσμός και Αθρησκεία


Αθεϊσμός

Όπως προκύπτει και από την λέξη, Αθεϊσμός είναι η πίστη στην ανυπαρξία θεότητας («α» στερητικό + «θεός» = άθεος = αυτός που αρνείται την ύπαρξη Θεού)

Υπάρχει μεγάλη σύγχυση και παρερμηνεία του όρου «αθεϊστής», μιας και πολύ συχνά άνθρωποι αυτο-αποκαλούνται «αθεϊστές» ή τους αποκαλούν «αθεϊστές», ενώ ουσιαστικά είναι άθρησκοι ή αγνωστικιστές (που θα αναλύσουμε παρακάτω τι σημαίνουν).


Ένα μεγάλο μέρος ευθύνης γι αυτήν την παρερμήνευση, ανήκει στους αρχαίους Ρωμαίους, που ήταν οι πρώτοι που εμφάνισαν τον όρο «άθεος» και τον χρησιμοποιούσαν για τους πρωτο-Χριστιανούς, επειδή αρνούνταν την πίστη και την ύπαρξη των αρχαίων Θεών. Με τα χρόνια όμως τα πράγματα αντιστράφηκαν και πλέον «άθεος» ήταν αυτός που αρνούνταν την ύπαρξη του Χριστιανού Θεού ή ακόμα και την Θεϊκή υπόσταση του Χριστού. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, όπως είναι προφανές, ο όρος χρησιμοποιούνταν (και χρησιμοποιείται) λανθασμένα.

Πραγματικός άθεος είναι ο άνθρωπος που αρνείται την ύπαρξη Θεϊκού Όντος και φυσικά αρνείται την οποιαδήποτε θρησκεία, είτε αυτή είναι ο Χριστιανισμός, είτε είναι ο Παγανισμός κ.ο.κ. 

Πολλά φιλοσοφικά ρεύματα χαρακτηρίστηκαν «Αθεϊσμός», άλλα δικαίως άλλα αδίκως. Τα γνωστότερα είναι ο Ουμανισμός και ο Ρασιοναλισμός:


Ουμανισμός: 

Ο Ουμανισμός λέγεται και Ανθρωπισμός, αλλά για να μην δημιουργηθεί σύγχυση με τον όρο «ανθρωπιστής» που εννοεί και τον άνθρωπο που αγαπά και βοηθά τον συνάνθρωπό του, καλύτερα να διατηρήσουμε τον όρο «Ουμανισμός».

Ο Ουμανισμός λοιπόν, είναι κοσμική φιλοσοφία που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος και μόνο ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την ζωή του και την πορεία της. Κατ’ επέκταση, κάθε τι ζωντανό, είτε αυτό είναι άνθρωπος είτε είναι ζώο είτε είναι φυτό, υπάρχει, λειτουργεί και αλληλεπιδρά το ένα στο άλλο, υπό καθαρά φυσικούς νόμους και κανόνες, με πλήρη απουσία κάποιου υπερφυσικού όντος. Επιπλέον, ο Ουμανισμός δεν δέχεται την πιθανότητα μεταθανάτιας ζωής, ούτε φυσικά την πιθανότητα μετενσάρκωσης. Κάθε άνθρωπος ζει μονάχα μια φορά και δεν διαχωρίζεται σε σώμα και ψυχή, μα ο νους, το σώμα και ο χαρακτήρας (υποσυνείδητο) λειτουργούν ενωμένα ως μονάδα. 

Ίσως αυτή η φιλοσοφία να δίνει την εντύπωση ατομικισμού και εγωκεντρισμού, μα δεν είναι, μιας και ο Ουμανιστής στοχεύει στην αυτο-βελτίωση και στον αυτο-σεβασμό και τονίζει ότι το άτομο οφείλει να ζει και να δρα με βάση τις ικανότητές του, συλλογικά και ατομικά, βελτιώνοντας το προσωπικό του μέλλον, αλλά ταυτόχρονα και το μέλλον της κοινωνίας του, αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο καλύτερο για τις επόμενες γενιές. Κατευθύνει στην υπομονή και την ανεκτικότητα για τους συνανθρώπους, καθώς επίσης στην δικαιοσύνη και στις δίκαιες για όλους διαδικασίες μέσα στην κοινωνία.    

Πατέρες του Ουμανισμού θεωρούνται ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας, μα ως ρεύμα με την μορφή που σήμερα γνωρίζουμε, εμφανίστηκε κατά την περίοδο της Αναγέννησης στην Ιταλία. Πολλοί διάσημοι επιστήμονες, όπως ο Αϊνστάιν, ο Φρόυντ, η Μαρί Κιουρί και άλλοι, χαρακτηρίστηκαν (και χαρακτηρίζονται) άθεοι, ενώ στην ουσία υπήρξαν ουμανιστές.


Ρασιοναλισμός:

Ο Ρασιοναλισμός (από το λατινικό «ratio» που σημαίνει «λογική») είναι φιλοσοφία που επικεντρώνεται στην λογική διαδικασία για την απόκτηση γνώσης. 

Πατέρας του Ρασιοναλισμού θεωρείται ο Γάλλος επιστήμονας και φιλόσοφος Ren? Descartes του 17ου αιώνα, ο οποίος, επηρεασμένος από τον φιλόσοφο Σπινόζα και τον μαθηματικό Λέιμπνιζ, υποστήριξε πως με την λογική και μαθηματική συνέχεια και σκέψη, μπορεί ν’ ανακαλυφθεί η οποιαδήποτε αλήθεια, είτε αυτή είναι επιστημονική, είτε είναι φιλοσοφική.

Η άποψη των Ρασιοναλιστών για τον Θεό είναι λίγο πολύπλοκη: Ο Λέιμπνιζ υποστήριξε ότι υπάρχουν άπειρες βασικές (πρωταρχικές) μονάδες, οι οποίες αν και λειτουργούν αυτόνομα, αποτελούν μια πρωταρχική ουσία, από την οποία τα πάντα προήλθαν και η οποία έχει μερική συνείδηση. Ο Σπινόζα χαρακτήρισε αυτήν την ουσία «Θεό», χωρίς όμως να της αποδώσει υπερφυσικές ιδιότητες και νοημοσύνη που να επιβλέπει την πορεία του κόσμου. Κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και η πρωταρχική ουσία «Θεός» ευθύνεται μονάχα για τις πρώτες και βασικές ηθικές και ζωτικές αρχές του ανθρώπου.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι Ρσιοναλιστές είναι μεν «άθεοι» με την ευρεία έννοια του όρου, μιας και απορρίπτουν την υπερφυσικότητα που έχει αποδοθεί στο Υπέρτατο Ον, δεν απορρίπτουν όμως απόλυτα την έννοια «Θεός», μα απλά της δίνουν άλλες ιδιότητες, «μορφή» και ρόλο. 

Πέραν του Ουμανισμού και του Ρασιοναλισμού, συναντάμε κι άλλα φιλοσοφικά ρεύματα που γενικεύοντας μπορούμε να τα αποκαλέσουμε «Αθεϊσμός», αλλά εξετάζοντάς τα προσεχτικότερα, παρατηρούμε ότι οι θέσεις τους δεν είναι και τόσο... άθεες, όπως επίσης παρατηρούμε ότι υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των ρευμάτων. Ένα απ’ αυτά, είναι ο Εμπειρισμός, που, αντίθετα με τον Ρασιοναλισμό, υποστηρίζει ότι η γνώση είναι απόρροια της εμπειρίας και με αυτήν την βάση μπορεί να βρεθεί η οποιαδήποτε αλήθεια. Άλλο γνωστό ρεύμα είναι αυτό των Υπαρξιστών, των οποίων η «γραμμή» μεταξύ θεϊσμού και αθεϊσμού, είναι πολύ λεπτή και όχι ευδιάκριτη.

Αυτά λοιπόν περί Αθεϊσμού. Ας δούμε τώρα 2 άλλες έννοιες που εντελώς λανθασμένα εντάσσονται στον Αθεϊσμό, μιας διαφωνούν κάθετα στην πρωταρχική θέση του Αθεϊσμού, δηλαδή στην απόρριψη της ύπαρξης Θεού:

Αγνωστικισμός

Ο Αγνωστικισμός «στέκεται» στην μέση μεταξύ Θεϊσμού και Αθεϊσμού. Όπως προκύπτει κι από την ίδια την λέξη: α-γνωστικός, δηλαδή «αυτός που δεν γνωρίζει», είναι εκείνος ο οποίος ούτε δέχεται μα ούτε και απορρίπτει την πιθανότητα ύπαρξης Υπέρτατου Όντος (Θεού). Θα μπορούσε να πει κανείς ότι διατηρεί μια ουδέτερη και σκεπτική στάση στο θέμα, ίσως μάλιστα γι αυτό συχνά στο παρελθόν οι αγνωστικοί χαρακτηρίστηκαν σκεπτιστές. Ένας από τους γνωστότερους αγνωστικούς είναι ο Γερμανός φιλόσοφος Καντ.

Αθρησκεία

Παρόλο που από την λέξη και μόνο μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε την θέση του άθρησκου, λίγοι είναι εκείνοι που πραγματικά συνειδητοποιούν ότι είναι άθρησκοι. 

Άθρησκος είναι εκείνος ο οποίος αποδέχεται την ύπαρξη Υπέρτατου Όντος, μα δεν ενστερνίζεται καμία από τις γνωστές θρησκείες του κόσμου. Για να το πούμε πιο απλά, ο άθρησκος έχει διαμορφώσει την προσωπική του φιλοσοφία και πίστη για το Υπέρτατο Ον, για το τι είναι, για το πως δρα, το πως αλληλεπιδρά στην ζωή του ανθρώπου και στην ανθρωπότητα εν γένει, το πως επικοινωνεί ο άνθρωπος μαζί Του κλπ. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Αθρησκεία είναι «αδελφάκι» του Πανθεϊσμού, αλλά αυτό που διαχωρίζει τις 2 έννοιες είναι αφ’ ενός το ότι ο Πανθεϊσμός έχει διαμορφωμένες πεποιθήσεις για το Υπέρτατο Ον, ενώ η Αθρησκεία όχι, κι αφ’ ετέρου το ότι η Αθρησκεία είναι προσωπική και μόνο φιλοσοφία του άθρησκου, γι αυτό και δεν μπορεί επ’ ουδενί να χαρακτηριστεί «ρεύμα».


Συγγραφέας:  Νεφέλη
Πηγή: www.artofwise.gr
Συνέχεια. . . »

Saturday, 29 March 2014

Zeitgeist: η Ταινία!

«Το Zeitgeist είναι μία ταινία για θεωρίες συνωμοσίας, μία πομπώδης ανάλυση για το πως μικρές ομάδες ανθρώπων προσπαθούν παρασκηνιακά να ελέγξουν τις μάζες…»

Κυρίες και κύριοι, με χαρά σας ανακοινώνω πως ο χριστιανισμός δεν αποτελεί παρά μία φθηνή αντιγραφή της λατρείας του Αιγύπτιου θεού Ώρου και μέσο κοινωνικού ελέγχου, ότι το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου σχεδιάστηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και ότι όσο και να παιδεύεστε να δουλεύετε σύντομα θα καταλήξετε υπερχρεωμένοι μιας και το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα είναι σχεδιασμένο για αυτό ακριβώς τον λόγο!


Δείτε εδώ το πρώτο το δεύτερο και το τρίτο μέρος!


Σας φαίνονται εξωφρενικά όλα τα παραπάνω; Αυτά τουλάχιστον υποστηρίζει η -ντοκιμαντερίστικου στυλ- ταινία Zeitgeist που έκανε το ντεμπούτο της στον παγκόσμιο ιστό τον Ιούνιο του 2007. Μία ταίνια που σίγουρα αξίζει να δείτε, ακόμα και αν δεν θέλγεστε από τις θεωρίες συνωμοσίας.

«Καλά, τι έγινε και ο Κουμαρτζής άρχισε να ασχολείται με θεωρίες συνωμοσίας;», θα αναρωτηθείτε το δίχως άδικο. Αφήστε με να σας εξηγήσω…


Zeitgeist: Δίνοντας Άλλη Δυναμική στις Θεωρίες Συνωμοσίας

Δεν έχει περάσει πολύ καιρός από τότε που ένας φίλος Έλληνας με επισκέφθηκε στην οικία μου στο Λονδίνο, μιλώντας μου με περισσό ενθουσιασμό για μία ταινία που «εξηγεί πως η θρησκεία, η τρομοκρατία και οι τράπεζες χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο και την καθοδήγηση των μαζών»! Μέσα από συζητήσεις με γνωστούς διαφόρων εθνικοτήτων κατάλαβα σταδιακά ότι το Zeitgeist είχε αποκτήσει τεράστια δημοτικότητα παγκοσμίως μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν ήταν όμως αυτό που με εντυπωσίασε.

Σήμερα, ο μέσος άνθρωπος έχει την τάση να αντιδρά αφοριστικά όταν έρχεται σε επαφή με θεωρίες συνωμοσίας, θεωρίες δηλαδή ενάντια στις «επίσημες» εκδοχές των γεγονότων. Και η εν λόγω αντίδραση είναι σχεδόν ενστικτώδης! Κάπως έτσι, εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα ότι σχεδόν όλα τα άτομα με τα οποία συζητούσα για την ταινία είχαν θετική άποψη για τα όσα παρουσίαζε, πιστεύοντας μάλιστα έως ένα μεγάλο βαθμό στις «αποκαλύψεις» που πραγματοποιούσε!

Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, το Zeitgeist αποτελεί για εμένα ένα συνωμοσιολογικό φαινόμενο. Όχι τόσο λόγω των όσων παρουσιάζει (τα οποία λίγο έως πολύ έχουν ήδη παρουσιαστεί στο ευρύ κοινό μέσω βιβλίων) αλλά εξαιτίας του αντίκτυπου που έχει στην πλειοψηφία των ανθρώπων.

Γιατί επομένως θεωρίες χιλιοσυζητημένες μέσα σε εκατοντάδες βιβλία που ουδέποτε κατάφεραν να τραβήξουν το ενδιαφέρον των πολλών, μετατράπηκαν μέσα σε μία 2ωρη ταινία στην απόλυτη… αποκάλυψη του αιώνα;


Θρησκεία: Η Μεγαλύτερη Απάτη Όλων των Εποχών

Για ποιες αποκαλύψεις μιλάμε όμως; Ας τα πάρουμε όλα από την αρχή, αναφέροντας λίγα λόγια και για τα τρία μέρη της ταινίας (θρησκεία – 11η Σεπτεμβρίου – τραπεζικό σύστημα) πριν αναζητήσουμε τα αίτια της δημοτικότητας της, καθώς και την πραγματική της αξία.

Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται με το διόλου ουδέτερο τίτλο “Το Μεγαλύτερο Ψέμα που Ειπώθηκε Ποτέ!” και αποτελεί το πιο καλά στοιχειοθετημένο κομμάτι του Zeitgeist. Κατά τη διάρκεια του, ο παραγωγός Peter Joseph καταπιάνεται με το θέμα της θρησκείας και πιο συγκεκριμένα με αυτό του χριστιανισμού. Μέσα από γρήγορες εναλλαγές εικόνων και σκίτσων, μετά συνοδείας άλλοτε προσεκτικά επιλεγμένης μουσικής και άλλοτε της φωνής του εκφωνητή, 30 μόλις λεπτά μοιάζουν αρκετά ώστε να έρθουμε σε μια πρώτη επαφή με στοιχεία που καταλαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες βιβλίων.



«Πνευματικότητα είναι ένας παρεξηγημένος όρος που στην πραγματικότητα σημαίνει το πάρε-δώσε με κάποιο εκκλησιαστικό ίδρυμα.»
Chongyam Trungpa Rinpoche,
Θιβετιανός βουδιστής δάσκαλος


Τι αναφέρουν τα εν λόγω στοιχεία; Ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Ιησούς Χριστός “έζησε” κατά ένα μεγάλο μέρος ακριβώς όπως ο αιγύπτιος θεός Ώρος! Τι θέλω να πω; Και οι δύο γεννήθηκαν στις 25 Δεκεμβρίου από παρθένα μητέρα (Παναγία – Ίσιδα), λατρεύτηκαν από τρεις μάγους-βασιλιάδες που ακολούθησαν ένα άστρο από την ανατολή, θεωρήθηκαν παιδιά θαύματα στα 12 τους και βαφτίστηκαν στα 30, ταξίδευαν με 12 ακολούθους πραγματοποιώντας θαύματα όπως θεραπεία αρρώστων και περπάτημα πάνω στο νερό, τους αποκαλούσαν με ονόματα όπως “Ο Αμνός του Θεού”, “Η Αλήθεια” και “Το Φως”, ενώ προδόθηκαν, σταυρώθηκαν, θάφτηκαν και αναστήθηκαν τρεις ημέρες μετά! Ποιος λοιπόν αντέγραψε ποιον; Αρκεί να αναφέρω ότι η λατρεία του θεού Ώρου χρονολογείται στο 3.000 π.Χ..

Οι Ιησούς και Ώρος όμως δεν ήταν οι μόνες θεότητες με ίδια ή παρόμοια “ζωή”. Αντιθέτως μάλιστα, υπάρχουν περισσότερες από 30 ανά τον κόσμο, όλες σχεδόν παλαιότερες του Ιησού όπως π.χ. ο Κρίσνα της Ινδίας (900 π.Χ.), ο δικός μας Διόνυσος (500 π.Χ.) και ο Περσικός θεός Μίθρας (1.200 π.Χ.).

Γιατί όμως να υπάρχει μία τόσο εκτεταμένη αντιγραφή μεταξύ διαφορετικών λαών, θεών και μυθολογιών; Διότι, όπως αναφέρει το Zeitgeist, δεν είναι απλά μία αντιγραφή αλλά αποτέλεσμα της παρατήρησης του Ήλιου και των αστερισμών στον αρχαίο ουράνιο θόλο, κάτι που εξηγείται αρκετά ικανοποιητικά μέσα στην ταινία, όπως π.χ. και γιατί οι περισσότεροι θεοί γεννήθηκαν στις 25 Δεκεμβρίου, γιατί είχαν παρθένα μητέρα, κ.λπ.

Όλα τα παραπάνω όμως δεν είναι θεωρίες συνωμοσίας, αλλά πραγματικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μετά από αιώνες έρευνας. ’Aρα, δεν είναι και κάτι καινούργιο, όσο και αν μας δίνεται αυτή η εντύπωση. Μάλιστα, ώθησαν ουκ ολίγες φορές πνεύματα ανήσυχα σε δηλώσεις όπως αυτή του Thomas Paine (1737-1809): “Ο Χριστιανισμός είναι μία παρωδία της λατρείας του Ήλιου, στην οποία τοποθέτησαν έναν άνθρωπο ονόματι Χριστό στη θέση του Ήλιου και άρχισαν να τον λατρεύουν όπως λατρευόταν ο Ήλιος.”

Και το Zeitgeist συνεχίζει, πιάνοντας μεταξύ άλλων και το ζήτημα της ιστορικότητας του Ιησού, το οποίο έχει αποτελέσει ουκ ολίγες φορές αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης. Ποια είναι τα συμπεράσματα;

«Δεν θέλουμε να είμαστε αγενείς, αλλά ακριβείς. Δεν θέλουμε να πληγώσουμε τα συναισθήματα κανενός, αλλά θέλουμε να είμαστε ακαδημαϊκά σωστοί σε όσα κατανοούμε ως αλήθεια. Ο Χριστιανισμός απλά δεν στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα. Ο Χριστιανισμός δεν είναι παρά μία ρωμαϊκή ιστορία που αναπτύχθηκε για πολιτικούς λόγους!»
Jordan Maxwell,
ερευνητής – ακαδημαϊκός

Όλα Συνδέονται

Όλα όμως τα παραπάνω είναι γνωστά σε αρκετούς και σαφώς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως “θεωρίες συνωμοσίας”, μιας και στηρίζονται σε ιστορικά στοιχεία και ακαδημαϊκές μελέτες. Από εδώ και πέρα όμως, το Zeitgeist επιχειρεί ένα συλλογιστικό άλμα, την πρώτη προσπάθεια να “συνδέσει τα πάντα”.

Σύμφωνα λοιπόν με την ταινία, τα πραγματικά αίτια πίσω από τη δημιουργία και στήριξη της εν λόγω θρησκείας είναι η θέληση των λίγων για έλεγχο και χειραγώγηση των μαζών. Ξεκινώντας από το ιστορικά τεκμηριωμένο γεγονός ότι ο Μεγάλος Κωνσταντίνος έκανε το πρώτο και ουσιαστικό βήμα ώστε ο Χριστιανισμός να γίνει αργότερα επίσημη θρησκεία του Βυζαντίου (επί Μέγα Θεοδοσίου, 380 μ.Χ.) προχωράει σε κάτι που οι περισσότεροι ιστορικοί σήμερα πιστεύουν, ότι οι πραγματικοί λόγοι πίσω από την εν λόγω ενέργεια ήταν πολιτικοί, για να καταλήξει έντεχνα και σχεδόν αθόρυβα στο συμπέρασμα πως πίσω από τον ίδιο υπήρχε μία παρασκηνιακή ομάδα που επιθυμούσε να μετατρέψει το χριστιανισμό σε μαζικό μέσο χειραγώγησης.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το λεγόμενο “σημείο δίχως επιστροφή” όπου μία ιστορική έρευνα μετατρέπεται σε θεωρία συνωμοσίας. Είναι το τρίτο και τελευταίο βήμα στο συλλογισμό του 1ου μέρους της ταινίας, όπου μία υποκειμενική και αστήρικτη υπόθεση ντύνεται με την αξιοπιστία των δύο προηγούμενων βημάτων / γεγονότων ώστε να γίνει ασυνείδητα αποδεκτή. Κάπως έτσι, το Zeitgeist καταλήγει στο συμπέρασμα πως “οι Ρωμαίοι εφηύραν το χριστιανισμό αποκλειστικά ως μέσο κοινωνικού και οικονομικού ελέγχου της τότε πολιτισμένης Ευρώπης”!


Η Αμερικανική Κυβέρνηση Υπεύθυνη για την 11η Σεπτεμβρίου!

Σε αυτό το σημείο γίνεται το πέρασμα στο 2ο μέρος του ντοκιμαντέρ με τίτλο “Όλος ο Κόσμος μία Σκηνή”, το πλέον εντυπωσιακό της ταινίας ως προς τον τρόπο που παρουσιάζει και “δένει” μεταξύ τους τα γεγονότα. Αφορά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και επιχειρεί να αποδείξει πως πίσω απ’ αυτό βρισκόταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ, στην προσπάθεια της να πείσει την αμερικανική κοινή γνώμη για την έναρξη του πολέμου στην ευρύτερη περιοχή του Αφγανιστάν.

Πως όμως στηρίζει τόσο ακραίους ισχυρισμούς; Απλά, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της εις άτοπου απαγωγής. Τι θέλω να πω; Αναφέρει αρχικά ολόκληρη την επίσημη εκδοχή των γεγονότων, ώστε στη συνέχεια να παρουσιάσει στοιχεία που ακυρώνουν ένα προς ένα τα επί μέρους σημεία της.

Κάπως έτσι, “αποκαλύπτει” ότι η θεωρία που θέλει τους δύο πύργους να πέφτουν από υπερβολική θερμοκρασία είναι ψευδής, παρουσιάζοντας δηλώσεις αυτόπτων μαρτύρων που κάνουν λόγο για πολλαπλές εκρήξεις, το γεγονός ότι οι πύργοι έπεσαν με ταχύτητα ελεύθερη πτώσης, ότι ένα τρίτο κτήριο δίπλα στους Δίδυμους Πύργους που δεν χτυπήθηκε από αεροπλάνο έπεσε επίσης δίνοντας την εντύπωση ότι καταστράφηκε με ελεγχόμενη κατεδάφιση, κ.α.!

Επιπλέον, αναφέρεται στον “μύθο” των 19 αεροπειρατών, “αποκαλύπτοντας” ότι καμία λίστα επιβατών των πτήσεων που καταλήφθηκαν από τους τρομοκράτες δεν περιείχε έστω και ένα από τα ονόματα των 19. Μάλιστα, τουλάχιστον 4 εξ αυτών είναι σήμερα… ζωντανοί!

“Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν είδα το όνομα μου μέσα στη λίστα των αεροπειρατών που έδωσε στη δημοσιότητα το FBI. Υπήρχε το όνομα μου και η ημερομηνία γέννησης μου, όμως δεν είμαι βομβιστής αυτοκτονίας. Είμαι εδώ! Είμαι ζωντανός και δεν έχω ιδέα πως να πιλοτάρω ένα αεροπλάνο.”, ανέφερε ο Abdulaziz al-Omari στη βρετανική εφημερίδα The Telegraph, δώδεκα μόλις μέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου!

Επιπλέον, η Επιτροπή της 11ης Σεπτεμβρίου που συστάθηκε στις ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κανενός είδους προειδοποίηση ή προετοιμασία της κυβέρνησης για τις εν λόγω τρομοκρατικές επιθέσεις. Και όμως, εν έτη 2002 το CNN International παρουσίασε στοιχεία που αποδείκνυαν πως η κυβέρνηση των ΗΠΑ δύο χρόνια πριν την επίθεση έκανε ασκήσεις ετοιμότητας σε ένα σενάριο όπου τρομοκράτες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και τα χρησιμοποιούν ως όπλα τρομοκρατικής επίθεσης. Μάλιστα, ανάμεσα στους στόχους των τρομοκρατών ήταν οι Δίδυμοι Πύργοι και το Πεντάγωνο!

Πλήθος άλλων πραγματικών -ή τουλάχιστον πολύ κοντά στην πραγματικότητα- στοιχείων κάνουν την εμφάνιση τους στο 2ο μέρος του Zeitgeist, θέτοντας υπό ισχυρή αμφισβήτηση την επίσημη εκδοχή των γεγονότων. Γιατί όμως να φτάσει σε αυτό το σημείο η κυβέρνηση των ΗΠΑ;


Όλα Συνδέονται 

Και κάπου εδώ τα γεγονότα δίνουν τη θέση τους στις υποθέσεις, παρουσιάζοντας τη θεωρία συνωμοσίας του 2ου μέρους της ταινίας. Όπως υποστηρίζει το Zeitgeist, ο φόβος της τρομοκρατίας έχει χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν ουκ ολίγες φορές για την καθοδήγηση της κοινής γνώμης ώστε να αποδεχθεί μέτρα μείωσης των ατομικών ελευθεριών των πολιτών. Έτσι και τώρα, τα τρομοκρατικά χτυπήματα σε ΗΠΑ (11 Σεπτεμβρίου 2001), Μαδρίτη (11 Μαρτίου 2004) και Λονδίνο (7 Ιουλίου 2005) ήταν σχεδιασμένα από τις κυβερνήσεις για αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Που στηρίζεται όμως η γενίκευση της εν λόγω θεωρίας συνωμοσίας εκτός των ΗΠΑ; Για παράδειγμα, στην περίπτωση του Λονδίνου αποδείχθηκε αργότερα πως την ημέρα που έγιναν οι επιθέσεις στο λεωφορείο και στο μετρό, πραγματοποιούνταν ασκήσεις/ σενάρια τρομοκρατικών επιθέσεων στους ίδιους σταθμούς, την ίδια ώρα και με τον ίδιο τρόπο!

Κάπως έτσι, το Zeitgeist καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: “Μεμονωμένες μονάδες μέσα στην κυβέρνηση σχεδίασαν τρομοκρατικές επιθέσεις ενάντια στους πολίτες τους, με σκοπό να καθοδηγήσουν την κοινή γνώμη ώστε να στηρίξει τα σχέδια τους. Αυτό γίνεται για χρόνια. Η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μία δουλειά εκ των έσω!”


Χειραγώγηση Πολιτών και Κυβερνήσεων Μέσω του Τραπεζικού Συστήματος

Κάπως έτσι φτάνουμε στο πιο αδύναμα στοιχειοθετημένο και κατ’ επέκταση πιο “συνωμοσιολογικό” κομμάτι του Zeitgeist, το 3ο και τελευταίο μέρος που φέρει τον τίτλο “Μην σας Απασχολούν οι Άνθρωποι Πίσω από την Κουρτίνα”. Εδώ εξετάζεται το παρασκήνιο πίσω από τα μεγάλα οικονομικά κραχ των ΗΠΑ υποστηρίζοντας ότι αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου μίας μικρής ομάδας τραπεζιτών (J. P. Morgan, D. Rockfeller, κ.α.) για απόλυτο έλεγχο των πολιτών και της αμερικανικής κυβέρνησης.


Αν και αρχικά η όλη προσέγγιση μοιάζει να αφορά μόνο τις ΗΠΑ -μιας και γίνεται αναφορά στο οικονομικό πανδαιμόνιο του 1907, στο κραχ του 1929, στο πως η Federal Reserve Bank που εκδίδει το δολάριο κατάφερε να εξαφανίσει τον ανταγωνισμό (μόνο το 1929 έκλεισαν 5.400 ανεξάρτητες τράπεζες) - εντούτοις σύντομα η ταινία προχωράει σε αναλύσεις που δείχνουν ότι το πιστωτικό σύστημα που υπάρχει σήμερα παγκοσμίως οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια πολίτες και κυβερνήσεις στην υπερχρέωση, ενώ υποστηρίζει ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι πόλεμοι (1ος και 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, κ.λπ.) έχουν υποκινηθεί από το διεθνές τραπεζικό καρτέλ προς ίδιον όφελος!

Μάλιστα, τέτοια ακραία συμπεράσματα στηρίζονται από δηλώσεις αρκετών προέδρων των ΗΠΑ, όπως π.χ. του Woodrow Wilson που επέτρεψε την ίδρυση της Federal Reserve Bank:

“Το μεγάλο βιομηχανικό μας έθνος ελέγχεται από το δικό του τραπεζικό σύστημα. Το τραπεζικό μας σύστημα είναι ιδιωτικά διοικούμενο. Η ανάπτυξη του έθνους μας και, επομένως, όλες μας οι δραστηριότητες βρίσκονται στα χέρια λίγων ανθρώπων [...] που ελέγχουν και καταστρέφουν κάθε αυθεντική οικονομική ελευθερία για την προστασία των δικών τους συμφερόντων.

Έχουμε καταλήξει να είμαστε μία από τις χειρότερα ελεγχόμενες και απολύτως καθοδηγούμενες κυβερνήσεις του πολιτισμένου κόσμου. Δεν είμαστε πλέον κυβέρνηση της ελεύθερης γνώμης, μήτε εκλεγμένη από την πλειοψηφία, αλλά μία κυβέρνηση που εκλέγεται και καθοδηγείται από μικρές ομάδες ισχυρών ανθρώπων.”



Όλα Συνδέονται

Στο συγκεκριμένο κομμάτι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικών γεγονότων και υποθέσεων είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτη, ίσως γιατί τα στοιχεία που υπάρχουν δεν δικαιολογούν ικανοποιητικά τις υποθέσεις / θεωρίες που παρουσιάζονται, κάτι που ώθησε τον παραγωγό Peter Joseph να επιδιώξει αυτό το θολό τοπίο εσκεμμένα.

Κάπως έτσι, αν τα όσα παρουσιάστηκαν έως τώρα σχετικά με το 3ο μέρος μπορεί να έχουν σχέση με την πραγματικότητα (αν και δεν στηρίζονται αρκετά με στοιχεία), από εδώ και πέρα οι συλλογισμοί που πραγματοποιούνται στο Zeitgeist μοιάζουν να ξεφεύγουν από τα όρια της λογικής. Τι θέλω να πω; Ούτε λίγο ούτε πολύ, η ταινία υποστηρίζει πως υπάρχει ένα παγκόσμιο σχέδιο ελέγχου πολιτών και κυβερνήσεων μέσω του τραπεζικού συστήματος, στο οποίο σταδιακά όλο το χρήμα -και κατ’ επέκταση η εξουσία- συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα κέντρα εξουσίας. Σύμφωνα πάντα με το Zeitgeist, το εν λόγω σχέδιο έχει ήδη επιτευχθεί στην Ευρώπη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ παρασκηνιακά ετοιμάζεται στη βόρεια Αμερική με τη νομισματική ένωση των ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικό και τη δημιουργία του νομίσματος Amero (κατά αντιστοιχία του Euro). Επίσης, ήδη υπάρχει Αφρικανική Ένωση, ενώ στα σκαριά βρίσκεται κάτι παρόμοιο και στην Ασία.

Επόμενο βήμα; Όλα τα παραπάνω κέντρα ελέγχου που θα δημιουργηθούν στις εκάστοτε ηπείρους να ενωθούν σε μία ενιαία παγκόσμια κυβέρνηση που θα μπορεί να ασκεί έλεγχο σε ολόκληρη τη γη. Σας φαίνονται υπερβολικοί οι ισχυρισμοί; Και όμως, δεν είναι κάτι καινούργιο στους συνωμοσιολογικούς κύκλους, κάτι που μου έκανε ξεκάθαρο και ο David Icke -ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή συνωμοσιολόγους παγκοσμίως- σε συζήτηση που είχαμε πριν από λίγους μήνες.

Βέβαια, για το Zeitgeist το παρασκηνιακό σχέδιο παγκόσμιου ελέγχου δεν σταματάει εδώ, μιας και μετά την εγκαθίδρυση μίας παγκόσμιας κυβέρνησης θα απομένει ένα ακόμα τελικό βήμα. Ποιο είναι αυτό; Κατ’ εμέ έχουμε ήδη χαθεί αρκετά -και επικίνδυνα- μέσα σε συνωμοσιολογικά σενάρια, οπότε ας σταματήσουμε κάπου εδώ και ας αφήσουμε τη συνέχεια για τις οθόνες σας.


Έρευνα Vs Πειθώ

Κάπου εδώ όμως πρέπει να σταματήσουμε τον χορό των “αποκαλύψεων”, ώστε να καθίσουμε πίσω και να αξιολογήσουμε τα δεδομένα που προσφέρονται απλόχερα και αφιλοκερδώς στο Zeitgeist.

Από τα τρία μέρη του ντοκιμαντέρ, το 1ο χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη αξιοπιστία των στοιχείων μιας και τα όσα αναφέρει έχουν δημοσιευθεί ήδη σε πλήθος βιβλίων και ακαδημαϊκών ερευνών. Το 2ο μέρος αν και παρουσιάζει πλήθος στοιχείων που είναι πραγματικά ή τουλάχιστον πολύ κοντά στην πραγματικότητα, χαρακτηρίζεται από μία εκτεταμένη αοριστία ως προς τη σύνδεση των στοιχείων με τις πηγές τους, χάνοντας έτσι έως ένα μεγάλο βαθμό την ερευνητική του αξία. Το 3ο μέρος όπως έχουμε ήδη πει είναι το πλέον αστήρικτο, μιας και παρουσιάζει κάποια στοιχεία στην αρχή αλλά αδυνατεί να αναφέρει έστω και κάποια ονόματα που κρύβονται πίσω από αυτή τη συνωμοσία σήμερα (παραμόνο ποιοι την ξεκίνησαν πριν από έναν αιώνα).

Επομένως, πως καταφέρνει να “πείσει” την πλειοψηφία των θεατών του; Επί της ουσίας, ο παραγωγός Peter Joseph εφαρμόζει στην εντέλεια την τεχνική ψυχολογικής πειθούς του Dale Carnegie (How to Win Friends and Influence People, εκδ. Simon and Schuster, 1936). Ο λόγος για την τεχνική του “Ναι-Ναι”, η οποία αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό κάθε καλού συνωμοσιολόγου και η σωστή εφαρμογή της δίνει τη δυνατότητα στον εκφωνητή να επηρεάσει σταδιακά την αντιληπτική ικανότητα του θεατή! Πως επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Ας πάρουμε για παράδειγμα το 2ο μέρος της ταινίας που αφορά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ξεκινάει με πληροφορίες που είναι όντως πραγματικές (αλλεπάλληλες εκρήξεις, σχεδόν ελεύθερη πτώση των κτηρίων, κ.λπ. το πρώτο “ναι”), ακολουθούν πληροφορίες που είναι αρκετές ώστε να κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για το προηγούμενο δόγμα στο οποίο πίστευε (σενάρια/ ασκήσεις τρομοκρατικού χτυπήματος από το FBI που ταυτίζονται με τα γεγονότα του 2001, κ.λπ. το δεύτερο “ναι”) και κάπου εκεί εισάγει τη δική του ερμηνεία για το ποιος υποκινεί τα εκάστοτε γεγονότα ωθώντας σχεδόν αθόρυβα τον αναγνώστη να την αποδεχτεί (η κυβέρνηση είναι πίσω από όλα το τρίτο ναι).

Και η τεχνική πειθούς του Carnegie είναι μόνο μία από τις πολλές που χρησιμοποιήθηκαν κατά την παραγωγή του Zeitgeist, με αποτέλεσμα να ωθήσει αρκετούς σε σχόλια όπως αυτό του Jordyn Marcellus στην εφημερίδα Gauntlet του Πανεπιστημίου του Calgary (Καναδάς): «Για ταινία που στοχεύει στην καταπολέμηση της χειραγώγησης, η δημιουργία της στηρίζεται υπερβολικά σε τεχνικές χειραγώγησης!»


Τι Είναι Τελικά το Zeitgeist;

Επομένως, τι είναι το Zeitgeist; Εν συντομία, δεν παρουσιάζει αντίθετες απόψεις, αναφέρεται μόνο στις αποδείξεις που στηρίζουν τις θεωρίες που παρουσιάζει, δεν έχει άμεση σύνδεση μεταξύ αποδεικτικών στοιχείων και πηγών κάνοντας τον έλεγχο της εγκυρότητας του εξαιρετικά δύσκολο, δεν παρουσιάζει παρά λιγοστές απόψεις “ειδικών”, πραγματοποιεί συλλογιστικά άλματα βασιζόμενο σε έλλειψη στοιχείων ή υποκειμενική κρίση των υπαρχόντων, κ.λπ. ’Αρα, σίγουρα δεν είνα έρευνα και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια γιατί θα σας απογοητεύσει.

Από την άλλη όμως, αποτελεί μία ταινία -ένα κινηματογραφικής φιλοσοφίας ντοκιμαντέρ- που χρησιμοποιώντας με εξαιρετικό τρόπο τη δύναμη που ασκεί η εικόνα και ο ήχος στον άνθρωπο, κάνει πιο πιστευτές και αρεστές μερικές από τις γνωστότερες θεωρίες συνωμοσίας παγκοσμίως. Καταφέρνει να προσπεράσει την ενστικτώδη αντίδραση απόρριψης του μέσου ανθρώπου προς κάθε συνωμοσιολογική θεωρία, επιτυγχάνοντας κάτι που χιλιάδες σχετικά βιβλία δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα. Και το κυριότερο: δημιουργεί πολλά ερωτήματα και προσφέρει έδαφος για αρκετές διαφωνίες και συζητήσεις!

Το cinema στην υπηρεσία των συνωμοσιολογικών θεωριών λοιπόν! Η συμβουλή μου; Κατεβάστε την ταινία στον υπολογιστή σας, καλέστε 2-3 φίλους για την προβολή και ετοιμαστείτε για επικές συζητήσεις. Προς θεού όμως, μην πάρετε της μετρητοίς οτιδήποτε δείτε. Το Zeitgeist είναι μία ταινία καλή στο να δημιουργεί ερωτήματα και να μας βάζει σε διαδικασία σκέψης και αμφισβήτησης για το αν τελικά τα πράγματα είναι όπως φαίνονται. Σε καμία όμως περίπτωση δεν είναι καλή στο να δίνει απαντήσεις!


Επιπλέον πληροφορίες

1) Τι Σημαίνει Zeitgeist;
Ως όρος έχει τις ρίζες του μέσα στο φιλοσοφικό κόσμο των ιδεών. Όπως διαβάζουμε στο The Dictionary of the History of Ideas (Πανεπιστήμιο της Virginia), στη λέξη Zeitgeist ή Geist der Zeit ή Geist der Zeiten το zeit έχει τη σημασία της “χρονικής περιόδου – εποχής” ενώ το geist αυτή του “πνεύματος”. Έτσι, zeitgeist σημαίνει το “πνεύμα της εποχής”, ή καλύτερα το “πνεύμα των καιρών”.

Με ποια έννοια όμως;
Αιώνες τώρα υπάρχει η αίσθηση ότι μία συγκεκριμένη χρονική περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί από μία γενικότερη έννοια που ξεχωρίζει κατά τη διάρκεια της, όπως για παράδειγμα ήταν η συνταγματική μοναρχία ή ο ρομαντισμός, όχι όμως μόνο ως μόδα των καιρών αλλά και ως εποχή. Έτσι, για πολλούς σήμερα βρισκόμαστε στην εποχή του internet, σύμφωνα όμως με την ταινία το “πνεύμα των καιρών” είναι ο παρασκηνιακός έλεγχος των μαζών. Μήπως όμως το zeitgeist του σήμερα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ευρύτερη συνωμοσιολαγνεία;


2) Zeitgeist 2 – Η Συνέχεια!
Δεν δίστασα να επικοινωνήσω με τον παραγωγό του Zeitgeist – The Movie, Peter Joseph, ρωτώντας τον για τις φήμες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο σχετικά με ένα δεύτερο ντοκιμαντέρ που ετοιμάζει.
«Δεν είναι καθόλου φήμες!», μου απάντησε δίχως περιστροφές. «Το Zeitgeist-Addndum θα ανεβεί στο διαδίκτυο τον Οκτώβριο του 2008, φυσικά δωρεάν. Στόχος του είναι να προτείνει λύσεις στα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην αρχική ταινία.»
Σε σχετική μου ερώτηση για τις τρύπες και τα συλλογιστικά άλματα που χαρακτηρίζουν το πρώτο Zeitgeist ήταν σαφέστατος: «Μα δεν επιθυμώ σε καμία περίπτωση όσοι δουν τα ντοκιμαντέρ μου να αποδεχθούν όσα αναφέρονται ως αλήθεια. Ευχή μου είναι να αποτελέσουν έναυσμα για όσους τα δουν ώστε να αναζητήσουν και να βρουν μόνοι τους αυτά που επιθυμούν. Διότι η αλήθεια δεν μπορεί να χωρέσει σε λέξεις, παραμόνο να συνειδητοποιηθεί!»


Δείτε εδώ το πρώτο το δεύτερο και το τρίτο μέρος!


Συγγραφέας: Νικόλαος Κουμαρτζής  
Πηγή: metafysiko.gr





Συνέχεια. . . »

Wednesday, 5 March 2014

Η κοσμοθεωρία του Ν. Καζαντζάκη (μέρος Α)

Το έργο του Νίκου Καζαντζάκη αν έχει σημειώσει τόσο ευρεία διάδοση, αν έχει βρει τόσο βαθιά απήχηση στις ψυχές ανθρώπων διαφόρων εθνικοτήτων και ανόμοιων πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, αν επιβλήθηκε και καταξιώθηκε στα χρόνια μας, αν απέκτησε παγκόσμια φήμη και κέρδισε μεγάλες πιθανότητες να παραμείνει κλασικό στη ροή των αιώνων, ένα έργο δηλαδή πάντα επίκαιρο, αυτό ίσως οφείλεται περισσότερο στο στέρεο φιλοσοφικό του υπόβαθρο και λιγότερο στην απλή και περίτεχνη λογοτεχνική του μορφή και πλοκή που κρατά πάντα σταθερά ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη.



Ο Καζαντζάκης είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο εργατικότητας στα ελληνικά γράμματα και από τα παραγωγικότερα πνεύματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Οδύσσειά του είναι το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής. Σ’ αυτήν αναπτύσσονται ιδέες που υπάρχουν συμπυκνωμένες στην Ασκητική του και που είναι διάχυτες σ’ όλα του τα έργα. Η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελεί κι αυτή μια συνοπτική έκθεση των αντιλήψεων του γύρω από τον κόσμο και τη ζωή.

Μελέτησε και αντιμετώπισε κριτικά τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, στα οποία βρήκε τις αφετηρίες και κατευθυντήριες γραμμές του στοχασμού του. Στο έργο του όμως διακρίνεται έντονα η προσωπική του σφραγίδα. Αυτά που εμελέτησε ήταν κυρίως έργα φιλοσόφων και λογοτεχνών, από τους οποίους επηρεάστηκε η σκέψη του. Καθοριστικό παράγοντα βέβαια για τη διαμόρφωση της πνευματικής του φυσιογνωμίας έπαιξε ο δάσκαλος του Bergson, καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Η φιλοσοφία του είναι μια φιλοσοφία της ζωής, που ο Καζαντζάκης αναχώνεψε κι εσκόρπισε στα έργα του. Σημαντικό επίσης ρόλο στη διαμόρφωση του έργου του έπαιξαν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Νίτσε, ο Τζέιμς, ο Λένιν, ο Χριστός, ο Βούδας, ο Όμηρος, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Δάντης κ.α. Ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι ήταν οι δυο «Ρούσοι δράκοι που τον είχαν αρπάξει στα μυθικά χρόνια της νιότης του». Το 1915 σημειώνει στο ημερολόγιο του ότι έπρεπε να αρχίσει από εκεί που κατάληξε ο Τολστόι.

Η ορμητική σκέψη του, η χειμαρρώδης γλώσσα, η απαράμιλλη εκφραστική ικανότητα, η δημιουργική φαντασία, η βαθιά αίσθηση της πραγματικότητας και προπάντων η λογική τεκμηρίωση των απόψεών του τον ανέδειξαν δικαιολογημένα σ’ ένα από τα λαμπρότερα και καθολικότερα πνεύματα όλων των εποχών.

Κύριο θέμα του Καζαντζάκη είναι η εξέταση του τρόπου του βίου, δηλαδή το π ς βιωτέον του Σωκράτη, αναπτύσσει δηλαδή μια βιοθεωρία, η οποία όμως εντάσσεται στην κοσμοθεωρία του και αποτελεί μέρος της. Η βιοθεωρία εξαρτάται από την κοσμοθεωρία του, διότι από την αντίληψη που διαμορφώνει κανείς για τον κόσμο γενικά και τις αξίες του, επηρεάζεται η θεώρηση της ζωής, στο βαθμό βέβαια που βιοθεωρία και κοσμοθεωρία δεν ταυτίζονται.

Τα χρόνια 1907 ως το 1909, που ο Καζαντζάκης βρίσκεται στο Παρίσι έχοντας ως δάσκαλο τον Μπερξόν, ήταν τα αποφασιστικότερα για τη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας του που παρουσιάζει στην Ασκητική, στην Οδύσσεια, στην Αναφορά στον Γκρέκο και γενικά σ’ όλα του τα έργα. Η Ασκητική περιέχει τη σύνοψη της κοσμοθεωρίας του που ενσάρκωσε και ανάπτυξε στο νέο Οδυσσέα. Τα χρόνια εκείνα των σπουδών του στο Παρίσι έγραφε:

«Θέλω να σχηματίσω μια ατομική, δική μου αντίληψη της ζωής, μια θεωρία του κόσμου και του προορισμού του ανθρώπου και σύμφωνα μ’ αυτή, συστηματικά μ’ ορισμένο σκοπό και πρόγραμμα, να γράφω –ό,τι γράφω».

Αργότερα στην Αναφορά στον Γκρέκο, που ο ίδιος δεν την θεωρεί αυτοβιογραφία του, δίνει μια επιγραμματική σύνοψη της αντίληψής του για τον κόσμο και τη ζωή:

«Η ζωή μου η προσωπική, για μένα μονάχα έχει κάποια, πολύ σχετική αξία, για κανέναν άλλον η μόνη αξία που της αναγνωρίζω, είναι ετούτη: ο αγώνας της ν’ ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει όσο πιο υψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμη της και το πείσμα –στην κορυφή, που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική Ματιά»... «Θα βρεις λοιπόν αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες. Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό και ανεβαίνει το Γολγοθά του. Τέσσερα στάθηκαν τ’ αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας. Αυτή την αιματηρή πορεία μου...μάχομαι στο οδοιπορικό μου ετούτο να σημαδέψω... Αλάκερη η ψυχή μου μια κραυγή κι όλο μου το έργο, το σχόλιο στην Κραυγή αυτή».


Το νόημα της ελευθερίας

Το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου, της αθανασίας της ψυχής και της ύπαρξης του Θεού απετέλεσαν αναμφίβολα τα βασικότερα μεταφυσικά εντρυφήματα της σκέψης του Καζαντζάκη. Αυτά αποτελούν τα τρία μεγάλα θέματα της μεταφυσικής κατά τον Kant. Ο πόθος της ελευθερίας, είναι το κυρίαρχο πάθος του ήρωα της Οδύσσειας, που είναι μια αναζήτηση και μια «εξερεύνηση του νοήματος της ελευθερίας». Ο ίδιος ο Καζαντζάκης σ’ ένα σημείο της Αναφοράς του, που κατά τον Πρεβελάκη περιέχει τη σύνοψη της κοσμοθεωρίας του, θέτει σε πρώτη γραμμή τον αγώνα για τη λευτεριά. Λέγει:

«Ένας αγωνιζόμενος ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στους ανθρώπους και μάχεται για λευτεριά. Σε κάθε κρίσιμη εποχή ο Αγωνιζόμενος παίρνει νέα όψη_ σήμερα η όψη του είναι ετούτη: είναι ο αρχηγός της προλετάρικης τάξης που ανεβαίνει. Φωνάζει, δίνει συνθήματα. Δικαιοσύνη, ευτυχία, λευτεριά».

Ελευθερία και άνθρωπος ταυτίζονται στον Καζαντζάκη όπως και στο Γάλλο υπαρξιστή φιλόσοφο Σαρτρ, κατά τον οποίο η ανθρώπινη ελευθερία προηγείται από την ουσία του ανθρώπου, την οποία και καθιστά δυνατή. Η ελευθερία είναι αδύνατο να διακριθεί από το είναι της ανθρώπινης πραγματικότητας. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει πρώτα και μετά γίνεται ελεύθερος, αλλά τόσο στο Σαρτρ όσο και στον Καζαντζάκη δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο είναι του ανθρώπου και στο να είναι ελεύθερος.

Η ελευθερία στον Καζαντζάκη παίρνει διαφορές μορφές: ελευθερία είναι η απουσία φόβου και ελπίδας, είναι η αυτάρκεια, είναι η αναγωγή της ανάγκης σε βούληση και τέλος ελευθερία είναι η λύτρωση από τη λευτεριά όλες αυτές οι μορφές ελευθερίας εκφράζουν κατά βάθος το ίδιο νόημα. Απαραίτητη δηλαδή προϋπόθεση της ελευθερίας για όλες τις μορφές είναι η απουσία φόβου και ελπίδας, και κυρίως της ελπίδας, αφού αυτή είναι προϋπόθεση και αιτία του φόβου.

Αυτές οι μορφές αφορούν τη μεταφυσική και όχι την πολιτική έννοια της ελευθερίας που τον απασχόλησε εξίσου ζωηρά. Επειδή μάλιστα η πατρίδα του η Κρήτη ήταν Τουρκοκρατούμενη και ο ίδιος έζησε τις πίκρες και τις στενοχώριες της σκλαβιάς, ετοποθέτησε την ελευθερία στην πρώτη γραμμή των αξιών και της έδωσε τόση βαρύτητα, ώστε τη θεώρησε ανώτερη ακόμη και από την ευτυχία.

Ελευθερία με την πολιτική έννοια εννοεί ο Καζαντζάκης την ελευθερία που έχει κάθε πολίτης να ζει σε μια ευνομούμενη πολιτεία, δηλαδή να κάνει ό,τι θέλει και μπορεί πάντα μέσα στα νομικά και ηθικά πλαίσια, δηλαδή σ’ αυτά που υπαγορεύει ο ορθός λόγος. Πιστεύει στη διακυβέρνηση της χώρας με δημοκρατικές διαδικασίες και με βάση τη λαϊκή κυριαρχία που εκφράζεται με τη «γενική θέληση» κατά το πρότυπο του Ρουσώ. Ελεύθερος είναι αυτός που είναι αφέντης του εαυτού του «α το νεκα κα μ λλου ν» κατά την έκφραση του Αριστοτέλη (Μ.τ.φ. 982 b 26).

Το ότι όλες οι μορφές ελευθερίας με τη μεταφυσική έννοια του όρου ανάγονται σε μια, δηλαδή στην απουσία φόβου και ελπίδας και ότι η ελευθερία ήταν το κεντρικό φιλοσοφικό πρόβλημα και το υψηλότερο αγώνισμα της ψυχής του προκύπτει και από το ότι οι φράσεις: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος», έχουν σφραγίσει κατά τρόπο επιγραμματικό τον απλό και απέριττο τάφο του. Οι φράσεις αυτές υπάρχουν βέβαια στην Ασκητική του. Είναι οι φράσεις που ο ίδιος είχε παραγγείλει να γραφούν πάνω στον τάφο του.

Το να κοιτάζει κανείς την ¶βυσσο χωρίς ελπίδα και χωρίς φόβο όρθιος στην άκρα του γκρεμού το αποκαλεί ο Καζαντζάκης Κρητική ματιά. Η παρομοίωση αυτή είναι εμπνευσμένη από τη «στορισμένη στους τοίχους προαιώνια πάλη του ανθρώπου και του ταύρου που σήμερα τον λέμε θεό». Η ζωή φαίνεται στον Καζαντζάκη, όπως στον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, να είναι μια διαρκής ανάβαση.

Όσον αφορά την πρώτη μορφή ελευθερίας: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος», τη βρίσκουμε σχεδόν αυτολεξεί στον Κύπριο κυνικό φιλόσοφο Δημώνακτα, που ζούσε στην Αθήνα το δεύτερο αιώνα μ.Χ. Γνωστή είναι η προσπάθειά του για μια εσωτερική ανεξαρτησία. Κατά το Δημώνακτα ελεύθερος είναι αυτός που δεν ελπίζει τίποτε και δεν φοβάται τίποτε.

To ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται επίσης σχεδόν αυτολεξεί τον αιώνα του νεοελληνικού διαφωτισμού από τον ανώνυμο συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας. Ο ανώνυμος λέγει: «Ο μεν ελεύθερος λοιπόν ούτε ελπίζει ούτε φοβάται εις ό,τι μέλει να πράξη». Ο ίδιος ορισμός υπάρχει παράλληλα και στις Ινδίες που διατυπώνεται μ’ ένα μύθο. Ο Βιργίλιος λέει ότι η μόνη ελπίδα που απομένει στον άνθρωπο είναι να μην έχει καμιά. Η έννοια αυτή της ελευθερίας δεσπόζει στη λατινική λογοτεχνία. Υπάρχει συγκεκριμένα στη Φαίδρα του Σενέκα, στη Συνωμοσία του Κατιλίνα του Σαλλούστιου και στα Χρονικά του Τάκιτου.

Η δεύτερη μορφή ελευθερίας, δηλαδή η αναγωγή της ανάγκης σε βούληση απαντά στον Έγελο, Μαρξ κ. ά. Στους δυο αυτούς φιλοσόφους ελευθερία είναι «η κατανόηση της αναγκαιότητας». Παράλληλη άποψη συναντάμε στον Πίνδαρο: «Ω ψυχή μου, μην ποθείς αθάνατη ζωή μονάχα επιδίωκε ό,τι μπορείς να κατορθώσεις».

Όμοια άποψη είναι αυτή που υποστηρίζει πως ελευθερία δεν είναι δύναμη, όπως ο Ντεκάρτ: «Ελευθερία δεν είναι να μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά να θέλεις ότι μπορείς». Αυτό έχει ως συνέπεια να περιορίζει κανείς τις επιθυμίες του σε ό,τι μπορεί, όπως δέχονται ο Σαρτρ και ο Γιάσπερς.

Την τρίτη μορφή ελευθερίας, δηλαδή την ελευθερία ως αυτάρκεια τη συναντούμε στον Αριστοτέλη και γενικότερα στην αρχαία ελληνική διανόηση, όπως και στον Επίκουρο που λέγει: «Της αυταρκείας καρπούς μέγιστος ελευθερία». Η αυτάρκεια, όσο και να το κάνει κανείς βούληση του την ανάγκη, απαντά επίσης στην Ινδική φιλοσοφία.Η τέταρτη τέλος μορφή, δηλαδή η λύτρωση από την ελευθερία, απαντά στο Βούδα, όπως μαρτυρεί ο ίδιος ο Καζαντζάκης, που μυήθηκε στο Βουδισμό από το Νίτσε. Η Βουδική σκέψη επηρέασε Γερμανούς, φιλοσόφους και προπάντων τον Σοπενχάουερ και το Νίτσε.

To έργο του Καζαντζάκη είναι γεμάτο αντιθέσεις, όχι όμως οπωσδήποτε και αντιφάσεις. Κάθε φορά που νόμιζα ότι εντόπισα μια αντίφαση, μια βαθύτερη κατανόηση του νοήματος μ’ έπειθε ότι δεν επρόκειτο για γνήσιες αντιφάσεις, αλλ’ απλώς για φαινομενικές που λύνονται. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ότι δεν υπάρχουν γνήσιες αντιφάσεις στο έργο του. Είναι πιθανό και εύλογο να υπάρχουν, όπως υπάρχουν και σε άλλους στοχαστές.

Εξ άλλου ο ίδιος ο Καζαντζάκης –όσο τουλάχιστο εγώ μπόρεσα να διαπιστώσω δεν μιλάει ρητά για αντιφάσεις, αλλά για αντιθέσεις και για εναρμόνιση αντικρουόμενων κοσμοθεωριών:

«Μια δύναμη κατηφορίζει και θέλει να σκορπίσει, ν’ ακινητήσει, να πεθάνει. Μια δύναμη ανηφορίζει και ζητάει ελευτερία κι αθανασία. Αιώνια τα δυο τούτα στρατέματα, τα σκοτεινά και φωτερά, τα στρατέματα της ζωής και του θανάτου συγκρούονται. Τα ορατά για μας χνάρια της σύγκρουσης τούτης είναι τα πράματα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι. Αιώνια οι αντίθετες δυνάμεις συγκρούονται, σμίγουν, παλεύουν, νικούν και νικούνται, συμβιβάζουνται και ξαναρχίζουν πάλι να πολεμούν σε όλο το Σύμπαντο από τον αόρατο στρόβιλο σε μια στάλα νερό ως τον απέραντο αστροκατακλυσμό του Γαλαξία».

Το ίδιο περίπου νόημα εκφράζουν και τα παρακάτω λόγια του: «στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα, τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος προς τη σύνθεση, προς τη ζωή. προς την αθανασία β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο .... Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια. Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει και εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες ορμές με τ’ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό και την πράξη». «Δυο σφοδροί αντίθετοι άνεμοι...συναντήθηκαν και συγκρούονται σ’ ένα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μια στιγμή, πύκνωσαν, γεννήκαν ορατοί».

Ευτυχία θα πει «να ζεις όλες τις δυστυχίες» και φως θα πει «να κοιτάς μ’ αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια». Ο Καζαντζάκης πιστεύει στην ενότητα των αντιθέτων. «Εγώ και συ είμαστε ένα», και το ένα αυτό τελικά δεν υπάρχει.

Η ευτυχία φέρεται πολλές φορές να έχει άμεση σχέση με τη γαλήνη και την ηρεμία της ψυχής, την ευζωΐα και την ασφάλεια. Αυτή η αταραξία ήταν το ιδεώδες της ζωής κατά την επικούρεια και στωϊκή φιλοσοφία. Ο πρώτος όμως, που ανήγαγε την αταραξία σε ευτυχία, είναι ο Δημόκριτος.

Αυτό σημαίνει ότι εκείνο που αξίζει περισσότερο δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα της ζωής, το ευ ζην. Αυτό καταφαίνεται από το εξής: «Ο άρτιος άνθρωπος δε νιώθει χαρά ζώντας πολύ μήτε λυπάται πεθαίνοντας πρόωρα». Δεν μπορεί όμως να υπάρξει ευτυχία σ’ έναν κόσμο άδικο. Γι’ αυτό λέγει:

«Ο άνθρωπος κι αυτό είναι το οικόσημο της οικογένειας του θα μάχεται αιώνια ν’ αντικαταστήσει τους απάνθρωπους φυσικούς νόμους με τους νόμους της καρδιάς του. Έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και ομοίωση του τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία».

Ευτυχία είναι να σμίγει η επιθυμία του ανθρώπου με την επιθυμία του Θεού, δηλαδή η θέωση του ανθρώπου. Αυτό είναι το πιο μεγάλο το πιο δύσκολο χρέος του.


Η γνωσιοθεωρία του

Σε άμεση συνάρτηση με την κοσμοθεωρία η βιοθεωρία του Καζαντζάκη βρίσκεται το γνωσιολογικό πρόβλημα, δηλαδή η θεωρία του για το δυνατό και το κύρος της γνώσης. Στο θέμα αυτό ο Καζαντζάκης ακολούθησε το φιλοσοφικό ρεύμα του ιδεαλισμού και όχι του ρεαλισμού. Στο ρεαλισμό το καθοριστικό είναι το αντικείμενο και όχι το υποκείμενο. Ο κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από το αν σκέφτομαι ή όχι. Η πραγματικότητα λοιπόν του κόσμου είναι ανεξάρτητη από το αν τον γνωρίζομε ή όχι.

Κατά τον ιδεαλισμό αντίθετα, ο κόσμος υπάρχει μόνο εφόσον τον γνωρίζομε υπάρχει δηλαδή με τη σκέψη μας, με το νου μας. Αναφέρομε ως παραδείγματα τον Παρμενίδη και τον Μπέρκλεϋ. Ο πρώτος εταύτισε το είναι με τη νόηση και ο δεύτερος με την αντίληψη.

Ο Καζαντζάκης ακολουθώντας το Σοπενχάουερ λέγει ότι ο κόσμος είναι μια παράσταση που δίνουν οι πέντε αισθήσεις του σώματος μας. Η ίδια η ζωή είναι «μιας ζυγαριάς παιχνίδι» και «μετώρισμα του παιχνιδιάρη νου μου».

Ο κόσμος αυτός υπάρχει μόνο εφόσον υπάρχουν ο νους και οι αισθήσεις, που είναι όργανα του νου. Οι αισθήσεις δηλαδή χωρίς το νου δεν μπορούν να εκτελέσουν την αποστολή τους, αλλά και ούτε ο νους χωρίς τις αισθήσεις. Αυτό εκφράζεται με το αρχαίο ρητό: «νούς ρωτάει και νούς ακούει» και με τη φράση του Καντ: «Έννοιες χωρίς περιεχόμενο είναι κενές, και εποπτείες χωρίς έννοιες είναι τυφλές».

Ο νους, κατά τον Καζαντζάκη, με τη βοήθεια των πέντε αισθήσεων μόνο φαινόμενα μπορεί να συλλάβει και πιο συγκεκριμένα τους συνειρμούς φαινομένων, που δεν είναι πραγματικοί, δηλαδή ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο. Ο ίδιος εκφράζει τον πόθο να μπορέσει να γνωρίσει και την ουσία:

«Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυστη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη, ασάλευτη παρουσία. Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωική απελπισμένην έξοδο, να ’ταν να μπορούσε η καρδιά μου». «Σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης αφανίζονται. Εγώ μονάχα υπάρχω! φωνάζει ο Νους... Όξω από μένα τιποτε δεν υπάρχει».



Ο μηδενισμός του

Η κοσμοθεωρία ή βιοθεωρία του Καζαντζάκη καταλήγει στο μηδενισμό, παίρνει δηλαδή μηδενιστικό χαρακτήρα.

«Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος».

Την τελική μηδενιστική κοσμοθεωρία του τη διαμόρφωσε ο Καζαντζάκης στη Ρωσία, απ’ όπου έγραφε στις 11 Ιουνίου 1928 στον Πρεβελάκη τα ακόλουθα: «Πρόσθεσα ένα μικρό κεφάλαιο ‘Σιγή’ μπόμπα που ανατινάζει όλη την Ασκητική».

Πράγματι, στη σύντομη αυτή προσθήκη φαίνεται πια καθαρά ο μηδενιστικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας του. Εκεί θέτει το αμείλικτο ερώτημα για το νόημα της ζωής:

«Από πού ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; Φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος. Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν’ απαντήσει. Θα ’ρθει μια μέρα, σίγουρα η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ’ρθει μια μέρα, σίγουρα η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα παρουσία. Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλύφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το σύμπαντο θα. γίνει πυρκαγιά... Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της ¶βυσσος και να την καρπίσεις;... Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει».

Συχνά επαναλαμβάνεται στην Ασκητική η φράση: «Δεν υπάρχει τίποτε», που έχει τις ρίζες της στη φιλοσοφία του Νίτσε, ο οποίος πιστεύει πως κάθε προσπάθεια της ηθικής να θέσει αξίες χωρίς θρησκευτικό υπόβαθρο, οδηγεί αναγκαστικά στο μηδενισμό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ριζική άρνηση αξιών, επιθυμιών και νοήματος. Στο μηδενισμό οι ανώτατες αξίες χάνουν το κύρος τους, αφού λείπει ο σκοπός κι η απάντηση στο ερώτημα του «γιατί». Ο μηδενισμός κατά την άποψή του δεν εμφανίστηκε στις μέρες του, επειδή έχει αυξηθεί η αποστροφή του ανθρώπου προς την ύπαρξη, αλλ’ επειδή ο άνθρωπος έχει γίνει γενικά δύσπιστος για το νόημα της ύπαρξης του. Ο μηδενισμός του Νίτσε σημαίνει ότι τα ιδεώδη που ίσχυαν τόσους αιώνες, γκρεμίζονται τώρα. Μηδενιστής δεν είναι αυτός που δεν πιστεύει σε τίποτε, αλλ’ αυτός που δεν πιστεύει σ’ αυτό που υπάρχει. Το τίποτα και το μηδέν δεν σημαίνει το μη είναι, αλλά το είναι χωρίς αξία. Ο μηδενισμός ζητάει να δώσει μια ουσιαστικότερη απάντηση για το σκοπό του όλου, δηλαδή του κόσμου και της ζωής.

Παράλληλη είναι και η θεωρία του Μπερξόν, που δέχεται ότι η εργασία του ανθρώπου συνίσταται στο να δημιουργήσει μια ωφελιμότητα. Όταν λοιπόν λέμε ότι δεν υπάρχει τίποτε, σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε απ’ αυτό που θα θέλαμε ν’ αποκτήσουμε. Με τη σκέψη αυτή συνδέεται η θεωρία του πραγματισμού.




Το κείμενο αυτό δόθηκε ως διάλεξη στο Ηράκλειο Κρήτης στις 6 Οκτωβρίου 2004
Συγγραφέας: Γιώργος Kουμάκης (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Iωαννίνων)
Πηγή: antikleidi.com
Συνέχεια. . . »

Tuesday, 4 March 2014

Η κοσμοθεωρία του Ν. Καζαντζάκη (μέρος Β)

Η θεολογία του

Στο θέμα του Θεού επηρεάστηκε βαθύτατα από το Νίτσε, από τον οποίο υιοθέτησε τη φράση «ο θεός πέθανε» και από τον Μπερξόν, από τον οποίο πήρε το όραμα του αγωνιζόμενου θεού που δεν είναι άλλο από τη «ζωική ορμή», élan vital. Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι επηρεάστηκε και από το Ντοστογιέφσκι, στα έργα του οποίου η ύπαρξη του Θεού απετέλεσε το κεντρικό θέμα που τον βασάνιζε σ’ όλη του τη ζωή. Έκδηλη φαίνεται επίσης και η επίδραση του Ηράκλειτου, κατά τον οποίο ο κόσμος είναι –όπως και για τον Καζαντζάκη– είζωον πυρ».

                                                   














Η φράση ότι «ο Θεός πέθανε», δεν εννοεί ότι ο θεός πράγματι έχει αποθάνει, αλλά ότι είναι νεκρός στις ψυχές μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων της εποχής του, αφού έπαυσαν να πιστεύουν σ’ αυτόν. Η πίστη είναι ο συνεκτικός δεσμός ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό, και συνεπώς ο θεμέλιος λίθος κάθε θρησκείας. Η φράση αυτή δεν ειπώθηκε για πρώτη φορά από τον Καζαντζάκη, αλλά έχει μακρά παράδοση στην ιστορία του φιλοσοφικού στοχασμού. Την είπε ο Πλούταρχος: «πάγγειλον τι Π ν μέγας τέθνηκεν», την είπε ο Έγελος, την είπε ο Νίτσε και τόσοι άλλοι.

Όταν λέει ότι ο Θεός είναι αγώνας, εννοεί ότι οι πιστοί οφείλουν να αγωνίζονται για το καλό, να διεξάγουν δηλαδή τον αγώνα τον καλό, όπως είπε και ο Απόστολος Παύλος: «Τον αγωνα τον καλον γώνισμαι». Ο Καζαντζάκης λέει σχετικά:

«Η ουσία του Θεού μας είναι ο αγώνας. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγονται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα». «Το βαθύ ανθρώπινο χρέος μας είναι όχι να ξεδιαλύνουμε και να φωτίσουμε το ρυθμό της πορείας του Θεού, παρά να προσαρμόσουμε όσο μπορούμε μαζί του το ρυθμό της μικρής λιγόχρονης ζωής μας». «Από τα παιδικά μου χρονιά το πρόσωπο του Χριστού είχε απάνω μου απερίγραπτη γοητεία… Για ένα ήμουν σ’ όλη μου τη ζωή βέβαιος, πως ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος. Ποτέ ο κατήφορος, ποτέ ο δρόμος ο στρωτός, ο ανήφορος μονάχα. Πολλές φορές δίστασα, δεν μπόρεσα καθαρά να ξεχωρίσω τι περιεχόμενο έχει η πολυμεταχειρισμένη, η πολύμολεμένη από τους ανθρώπους λέξη Θεός ποτέ δε δίστασα για το δρόμο που οδηγάει ως το Θεό θέλω να πω ως την ανώτατη κορυφή της λαχτάρας του ανθρώπου». «Είπα στη μυγδαλιά: Αδελφή, μίλησέ μου για το Θεό. Κι η μυγδαλιά άνθισε».

Ο Καζαντζάκης στο θέμα του Θεού ήταν για πολλούς μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Όμως αυτό που έκανε δεν ήτανε τίποτε άλλο από το να διατυπώσει με θάρρος και παρρησία τις απορίες και να εξομολογηθεί τις αγωνίες του για τον Θεό. Έτσι, έχοντας βαθιά συνείδηση της αμαρτωλότητας του εγχειρήματός του, που προσπάθησε ως ταπεινός εργάτης του πνεύματος να διερευνήσει στα πρόθυρα μιας αρχόμενης παγκοσμιοποίησης όχι μόνον τη δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός Θεού, που να είναι αποδεκτός από όλους τους λαούς της γης. Προσπάθησε δηλαδή να συλλάβει μια έννοια του Θεού, στην οποία μπορεί ίσως να αναχθεί το πλήθος των υπαρκτών θρησκειών. Ο Θεός αυτός αντικατοπτρίζει τον αγώνα και ενσαρκώνει την αρετή.

Η δε αγάπη προς τον πλησίον αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της όλης προσπάθειας, διότι μόνον με τον αγώνα και την αγάπη μπορεί να ξεπεράσει κανείς τη φύση του, ώστε να συντελεστεί η αυθυπέρβαση. Στόχευε δηλαδή να αντικαταστήσει την πολυθεΐα με την μονοθεΐα, υπό την έννοια ότι όλοι οι λαοί του κόσμου θα πιστεύουν στον ίδιο Θεό και όχι άλλοι σε άλλον. Η ανθρωπότητα έχει μέχρι σήμερα πληρώσει πολύ ακριβά το τίμημα της σύγκρουσης των θρησκειών και κατ’ επέκταση των πολιτισμών.

Πάντως στον καθολικής αποδοχής που οραματίζεται, οι ιδέες του Χριστιανισμού έχουν την πρωτοκαθεδρία. Αυτά ίσως φαντάζουν ουτοπικά και ανάρμοστα, δεν παύουν ωστόσο να αποτελούν μια τολμηρή σύλληψη κι ένα σχεδιασμό ενός ανήσυχου πνεύματος.

Το θέμα του Θεού ήταν στην πρώτη γραμμή των στοχασμών του. Αυτό προκύπτει από την ομολογία του: «Το κύριο, σχεδόν μοναδικό θέμα όλου μου του έργου είναι ο αγώνας του ανθρώπου με τον θεό».


Η τραγικότητα του παιδαγωγικού φαινομένου

Το Καζαντζακικό έργο δεν είναι πάντα εύκολο στην κατανόηση αλλ’ ενίοτε σκοτεινό και δυσνόητο, όπως εκείνο του Ηράκλειτου του «Σκοτεινού», που δίδαξε πως η φύση αρέσκεται να κρύβεται. Από αυτόν και τον Πλάτωνα, επηρεάστηκε βαθύτατα ο Καζαντζάκης. Τα πνευματικά του δημιουργήματα έχουν βαθύ φιλοσοφικό υπόβαθρο, που η επαρκής γνώση του προϋποτίθεται για ένα ελπιδοφόρο εγχείρημα ερμηνευτικής προσέγγισης. Ο στοχασμός του περιέχεται κρυμμένος ακόμα και σε φράσεις, τις οποίες είναι δύσκολο να υποπτευθούν όχι μόνον αδαείς και ανίδεοι αλλά ακόμα και λόγιοι. Η τραγικότητα είναι ουσιαστικό στοιχείο της φιλοσοφίας του. O Καζαντζάκης παρουσιάζει στο πρόσωπό του την τραγικότητα κάθε παιδαγωγούμενου, κάθε μαθητή, κάθε νέου ατόμου.

Από πολύ νωρίς, όταν ο ίδιος ήταν ακόμα μαθητής Γυμνασίου στην Φράγκικη σχολή της Νάξου, βρέθηκε εγκαταλελειμμένος στο πιο αινιγματικό, μα και πιο καθοριστικό, σταυροδρόμι για τη μετέπειτα διαμόρφωση της πνευματικής του φυσιογνωμίας. Εκεί μετέφρασε ένα αγγλογαλλικό λεξικό έγραψε δηλαδή σε κάθε γαλλική λέξη την αντίστοιχη ελληνική. Για την εργασία αυτή αφιέρωσε πολλούς μήνες και επένδυσε τεράστιο για την παιδική αντοχή του μόχθο. Όταν τελείωσε η παράτολμη αυτή για την ηλικία του προσπάθεια, έτρεξε ολόχαρος να επιδείξει τα αποτελέσματα της δουλειάς του στο διευθυντή του σχολείου του Περ Λωράν, ο οποίος γεμάτος καλοσύνη του είπε:

«Αυτό που έκαμες, Κρητικόπουλο, δείχνει πως μια μέρα θα γίνεις σημαντικός άνθρωπος χαρά σε σένα, που από τόσο μικρός βρήκες το δρόμο σου αυτός είναι ο δρόμος ο δικός σου, η μάθηση έχε την ευκή μου».

Πήγε στη συνέχεια γεμάτος χαρά στον υποδιευθυντή Περ Λελιέβρ και του ’δειξε το κατόρθωμά του. Εκείνος όμως αντέδρασε κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο λέγοντάς του:

Δε ντρέπεσαι, παιδί ’σαι συ ή γέρος; Τι ’ναι αυτά τα γεροντίστικα που κάνεις και χάνεις τον καιρό σου; Αντί να παίζεις, να γελάς, να κοιτάζεις από το παράθυρο τα κορίτσια που περνούνε, εσύ κάθεσαι σα μπαμπόγερος και μεταφράζεις λεξικά! Φύγε, να μη σε βλέπω! Αν ακολουθήσεις το δρόμο αυτόν, ποτέ σου, μάθε το από μένα, ποτέ σου δεν θα προκόψεις θα γίνεις ένας δασκαλάκος, ένας καμπουράκος, με γυαλάκια. Αν είσαι αληθινός Κρητικός, κάψε το αυτό το καταραμένο λεξικό και φέρε μου τη στάχτη. Τότε θα δώσω την ευκή μου. Σκέψου και πράξε - φεύγα».

Ο νεαρός τότε Καζαντζάκης ένιωσε ταυτόχρονα χαρά και λύπη κι ένα βαθύτατο συγκλονισμό ψυχής. Διευθυντής και υποδιευθυντής του σχολείου του ήταν γι’ αυτόν τα ανώτερα πρόσωπα, που χάραζαν αργά αλλά σταθερά το δύσκολο και ανηφορικό δρόμο της ζωής του. Η γνώση, που τόσο αγαπούσε, τον έφερνε από το ψέμα στην αλήθεια και σμίλευε υπομονετικά τη μετέπειτα φωτεινή και γαλήνια προσωπικότητα του. Ήταν οι άνθρωποι που ασκούσαν τεράστια επιρροή στον υπό διαμόρφωση ακόμα ψυχικό και πνευματικό του κόσμο, κατά τους χαλεπούς και πολυτάραχους εκείνους για τη σκλαβωμένη μας πατρίδα καιρούς. Ας ακούσουμε όμως ποια στάση πήρε ο ίδιος στις διαμετρικά αντίθετες αυτές νουθεσίες.

«Έφυγα και τα ’χα σαστίσει ποιος έχει δίκιο, τι να κάμω, ποιος από τους δυο δρόμους είναι ο σωστός; Χρόνια παράδερνα κι όταν βρήκα ποιος είναι ο δρόμος ο σωστός, τα μαλλιά μου είχαν ψαρύνει ανάμεσα στον Περ Λωράν και στον Περ Λελιέβρ πηγαινοερχόταν αναποφάσιστη, σαν τη γαϊδούρα του Μπουριντάν, η ψυχή μου. Κοίταζα το λεξικό, τις ελληνικές λέξεις γραμμένες με κόκκινο μελάνι, με ψιλά ψιλά γραμματάκια στο περιθώριο, θυμόμουν τα λόγια του Περ Λελιέβρ κι η καρδιά μου ράγιζε όχι, όχι, δεν είχα το κουράγιο να το κάψω και να του πάω τη στάχτη. Αργότερα, ύστερα από πολλά χρόνια, όταν άρχισα πια να καταλαβαίνω, το ’ριξα στην φωτιά μα δε μάζεψα τη στάχτη του, ο Περ Λελιέβρ είχε από καιρό πεθάνει».

Ο Καζαντζάκης με το παράδειγμα αυτό θέλει προφανώς να επισημάνει ότι ο επισφαλής δρόμος της διαπαιδαγώγησης είναι πορεία ολόκληρης ζωής, όπως ορθά επισημαίνεται τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από σύγχρονους παιδαγωγούς. Η λήψη της ορθής απόφασης περί του «πρακτέου», σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, είναι κάτι που ταλανίζει αδιάκοπα την προσωπικότητα του νέου και γενικότερα κάθε ανθρώπινη ψυχή. Ορθότερες ίσως απαντήσεις και λύσεις στα κρίσιμα προβλήματα της καθημερινής ζωής είναι δυνατές στην ώριμη ηλικία, η οποία διαθέτει το φυσικό προνόμιο να έχει αποκομίσει μακροχρόνια πείρα. Έτσι αποτυπώνεται με το παράδειγμα αυτό η τραγικότητα του μαθητή όχι μόνο μέσα στα τείχη των σχολικών κτιρίων, αλλά κυρίως στο μεγάλο σχολείο της ζωής, κατά τις εναγώνιες μεταφυσικές αναζητήσεις του. Το ότι ήταν αναποφάσιστος καθόλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής του, δείχνει πόσο δύσκολες και επισφαλείς είναι οι αποφάσεις που λαμβάνουμε στη ζωή, πράγμα που απαιτεί μεγάλη υπευθυνότητα και περισυλλογή.


Η απορία και ο αγώνας στο έργο του

Ο Καζαντζάκης ήταν βαθύς γνώστης της φιλοσοφίας, την οποία μεταδίδει εκλαϊκευμένα για ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο. Δεν έμεινε συνεπώς αναποφάσιστος στα σταυροδρόμια της ζωής του, έστω και αν ενίοτε σε στιγμές αυτοελέγχου και περισυλλογής έπεφτε σε απορία σχετικά με την ορθότητα ή μη των πράξεων και θεωριών του. Η Σωκρατική απορία, ο υπέρτατος αυτός αναβαθμός της γνώσης και η πιο συμπαθής έκφραση της νόησης του ανθρώπου, εκδηλώθηκε εντονότερα, τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, την οποία και σφράγισε ανεξίτηλα. Σ’ ένα από τα τελευταία έργα του, την Αναφορά στον Γκρέκο, που είναι μια έκθεση της κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας του, απορεί για το δρόμο που διάλεξε και την ποιότητα των πνευματικών του δημιουργημάτων. Κατά την απορία, μια από τις πιο έντονες στιγμές αυτοελέγχου, ο άνθρωπος αίρεται στο δύσκολο μα και θετικό στάδιο της αυτογνωσίας, θέτει υπό έλεγχο και αυτοκριτική την ίδια του τη γνώση, με αποτέλεσμα να γκρεμίζεται ο αλαζονικός και στείρος εγωισμός. Ο Καζαντζάκης προχωρεί ακόμα ένα βήμα περαιτέρω, με το να παραδίδει τα λόγια (δηλαδή τη σκέψη) και τα έργα του στην κρίση των άλλων. Πάντως, ο ίδιος απόρησε στο τέλος της ζωής του, αφού πρώτα διάλεξε μόνος το δρόμο του, που ήταν ο αγώνας κι ο ανήφορος, δηλαδή η οδός η άγουσα προς το Θεό. Έτσι μόνο μπόρεσε να βρει την ευτυχία του, έστω και αν ήταν εφήμερη και παροδική, όπως λέει: «Όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος ανήφορος και γκρεμός κι ερημιά κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, αγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν’ ανέβουν πιο πάνω κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην κινούμενη μονάδα, στη μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε μήτε κι αν φτάναμε, πως θα βρούμε εκεί πάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση». Επειδή ο αγώνας έχει γι αυτόν ύψιστη σπουδαιότητα, αποδίδει περισσότερη βαρύτητα στη συντροφικότητα παρά στη φιλία. Έτσι θα πει: «Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους». Ο Καζαντζάκης πιστεύει σε μια πάλη ανιδιοτελή και χωρίς τον κρυφό πόθο της αμοιβής, δηλαδή σ’ έναν αγώνα δύσκολο, που είναι πηγαίο απαύγασμα της ψυχής του ανθρώπου. Έτσι θα διαλαλήσει ότι η αξία του ανθρώπου έγκειται στο να εργάζεται και να μάχεται κανείς χωρίς αμοιβή:

«Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο: δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη η αξία του ανθρώπου είναι μονάχα ετούτη: να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: η βεβαιότητα πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια και αντρεία».


Το θεωρητικό υπόβαθρο των στοχασμών του

Αν η αποτίμηση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη έχει κάποια σημασία, αυτή δεν αφορά το παρελθόν αλλά το παρόν και κυρίως το μέλλον, γιατί από το παρελθόν αντλούμε μόνο όσα μας χρειάζονται για την καλύτερη αντιμετώπιση του παρόντος και την ανοικοδόμηση του μέλλοντος. Δεν καταγράφονται και δεν αξιολογούνται όλες οι πράξεις του ανθρώπου ως ιστορικές, παρά μόνον όσες έχουν ιδιαίτερη σημασία κάτω από συγκεκριμένη σκοπιά. Από τις παρωχημένες εποχές χρησιμοποιούμε όσα γεγονότα είναι επίκαιρα, ώστε να προσφέρουν κάποια βοήθεια για μια βαθύτερη, δηλαδή ουσιαστικότερη αντίληψη της πραγματικότητας και έναν ασφαλέστερο προσανατολισμό στον κόσμο. Οι επερχόμενες γενιές –βασισμένες στην παράδοση– θα οικοδομήσουν τη μέλλουσα κοινωνία με νέους θεσμούς και αξίες. Η νεολαία διακατέχεται από μια ορμητική και εναγώνια αναζήτηση ιδανικών, εμφορείται από φιλοδοξία για ανεύρεση και σταθεροποίηση της τροχιάς που διαγράφει η ζωή της, καθώς και από έντονο πόθο για αλήθεια και δικαιοσύνη καταβάλλει δε απεγνωσμένες προσπάθειες για μια ομαλή και πετυχημένη ένταξή της στο κοινωνικό σύνολο.

Αρκετοί νέοι και νέες είναι φυσικό να θέλουν να αντλήσουν διδάγματα από τη σκέψη και τη ζωή του πατριώτη μας στοχαστή. Δεν μπορεί όμως να τους δώσει το μίτο της Αριάδνης, για να ξεφύγουν από τα δύσκολα και περίπλοκα μονοπάτια της προσωπικής τους ζωής και να οδηγηθούν με ασφάλεια στην αλήθεια και το φως. Αλλά ακόμα και αν τους τον έδινε, δεν θα είχαν να ωφεληθούν πολλά, επειδή πίστευε ότι αυτό έχει νόημα, μόνο αν ο καθένας προσπαθεί μόνος του να βρει το δρόμο της ζωής του, που δεν χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε ανθόσπαρτος ο δικός του πάντως ήταν ανηφορικός και «κακοτράχαλος». Το αίτημα αυτό του Καζαντζάκη δε στερείται βέβαια θεωρητικής θεμελίωσης, η οποία όμως ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια μιας ομιλίας. Θα προσπαθήσω ωστόσο να σκιαγραφήσω με συντομία τον προβληματισμό αυτόν.

Γενική σχεδόν είναι η πεποίθηση, ότι αιώνιες και απόλυτες αλήθειες –αν τελικά υπάρχουν– είναι ελάχιστες και κοινότοπες: Αυτό σημαίνει ότι όλες οι αξίες δεν είχαν και δεν μπορούν να έχουν διαχρονική και καθολική ισχύ για την ανθρωπότητα. Η αλήθεια δεν είναι οριστική και τελειωτική αλλά προσεγγιστική, επειδή η γνώση μας είναι περιορισμένη λόγω της πεπερασμένης φύσης του ανθρώπινου νου. Η γνώση, που είναι σε τελευταία ανάλυση κοινωνική διαδικασία, προϋποθέτει ένα ερμηνευτικό κύκλο από το υποκείμενο στην πραγματικότητα. Σε περίπτωση λάθους ο κύκλος μπορεί να επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον. Συνεπώς οι γνώσεις μας παραμένουν κατ’ ανάγκη ατελείς, επειδή δεν είναι δυνατόν σε πεπερασμένο χρόνο να επαναληφθεί άπειρες φορές ο κύκλος. Η θέση αυτή είναι πλατωνική, αφού η αλήθεια μόλις και μετά βίας μπορεί να προσεγγισθεί. Τα λόγια είναι αδύναμα να εκφράσουν τα νοήματά μας. Ποιος όμως εξασφαλίζει τη σύγκλιση απόψεων προς το ορθό σημείο προσέγγισης της αλήθειας; Κανείς με σιγουριά. Γι’ αυτό το βασικό ερώτημα σε μια επιστημονική ή φιλοσοφική θεωρία δεν είναι τόσο αν φαίνεται αληθής ή ψευδής, αλλά πού βρίσκεται η αλήθεια και το ψεύδος και σε ποιο βαθμό είναι ακριβής. Η τυπική λογική συλλαμβάνει δυστυχώς μέρος μόνο της δομής της πραγματικότητας, ενώ το όλο παραμένει ασύλληπτο. Δεν μπορούμε να αναχθούμε σε μια θεωρία, χωρίς να ξεκινήσουμε από ένα ορισμένο σημείο ή τομέα της πραγματικότητας. Η επιλογή αυτή αποτελεί αναγκαίο στοιχείο μιας επιστημονικής μελέτης. Επομένως, επειδή η σύλληψη της πραγματικότητας είναι αποσπασματική και υπεισέρχεται σ’ ένα βαθμό ο παράγοντας του τυχαίου, είναι εύλογο να διαπράττονται σφάλματα και να αναφύονται αντιφάσεις στη ζωή.

Κατά τη γνωστική διαδικασία μαθαίνουμε μόνο ή κυρίως από τα σφάλματά μας. Ο Νίτσε μάλιστα είχε διατυπώσει την άποψη, ότι από λάθος δρόμους οδηγούμαστε στην αλήθεια. Ο μόνος τρόπος να τ’ αποφύγουμε είναι να μην κάνουμε τίποτα, πράγμα που είναι ακόμα μεγαλύτερο ατόπημα. Οι νέοι λοιπόν θα μάθουν κι αυτοί από τα ίδια τους τα σφάλματα. Μόνοι θα προσπαθήσουν να βρουν το δρόμο της ζωής τους, αρκεί να αναγνωρίζουν τα αστοχήματά τους –αν βέβαια υπάρχουν– και να επιμένουν να τα διορθώσουν. Με ποιο τρόπο όμως θα γίνει ο εντοπισμός και η επανόρθωση του ημαρτημένου; Πώς μπορώ να ξέρω ποιο είναι το σωστό; Δεν είναι του παρόντος να επιχειρήσω να απαντήσω στο καίριο αυτό ερώτημα. Ας θεωρηθεί όμως αρκετή έστω η απλή επισήμανση του προβληματισμού. Ο Καζαντζάκης πάντως, ακολουθώντας τη λαϊκή σοφία των Κρητικών, που λέει: «Όπου αστοχήσεις γύρισε, κι όπου πετύχεις, φύγε!» φαίνεται ότι όχι μόνο αναγνωρίζει τα παραπτώματά του, αλλά και καταβάλλει κάθε προσπάθεια –στα όρια βέβαια του εφικτού– για τη διόρθωσή τους. Έτσι θα πει:

«Αν αστόχησα, και μια ώρα ζωή ακόμα να μου απομένει, θα ξαναγυρίσω στην έφοδο αν πέτυχα, θ’ ανοίξω τη γη, να ’ρθώ να ξαπλώσω στο πλάι σου».

Αυτή είναι ίσως μια έγκυρη συμβουλή, που αφήνει ως ιερή παρακαταθήκη όχι μόνο στους νέους της Κρήτης, την οποία τόσο αγάπησε, αλλά και όλου του κόσμου για πολλούς ακόμα αιώνες. Αφήνει επίσης μια αγάπη ανιδιοτελή, θερμή, πλουσιοπάροχη. Η αγάπη έχει ίσως πολύ μεγαλύτερη σημασία παρά ο αγώνας της ζωής.


Το μήνυμα του Καζαντζάκη είναι κήρυγμα αγάπης και συναδέλφωσης των λαών

Με τη διατύπωση αυτήν τίθεται τέλος το ερώτημα, αν από το πλήθος και το βάθος των στοχασμών του μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα για το κύριο μήνυμα που εκπέμπεται από το συνολικό του έργο. Αν θα έλεγε κανείς ότι η πεμπτουσία των διαλογισμών του και το βασικό μήνυμα για τις μέλλουσες γενιές σε όλη την ανθρωπότητα είναι μια έκκληση για αγάπη, δεν θα απείχε –κατά την ταπεινή μου τουλάχιστον γνώση– πολύ από την αλήθεια. Πρόκειται για το «Αγαπάτε αλλήλους», ένα κήρυγμα βαθύτατα χριστιανικό, το οποίο μάλιστα εναρμονίζεται πλήρως με την αρχαία ελληνική παράδοση. Γνωστή είναι η περίφημη φράση της Αντιγόνης του Σοφοκλή: «Ο_τε συνέχθειν λλά συμφιλε ν φυν», «δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ».

Πώς προκύπτει όμως η ιδέα της αγάπης από το έργο του; Εκτός από τις πολυάριθμες αναφορές στην αξία και το μεγαλείο της αγάπης μνημονεύει με αξιολογική μάλλον σειρά τις επιδράσεις που δέχτηκε από τους προγενέστερούς του. Ομολογεί λοιπόν ότι από τον Αλέξη Ζορμπά έμαθε ν’ αγαπά τη ζωή και να μη φοβάται το θάνατο.

Ο ίδιος δηλώνει ότι σημαντική επίδραση άσκησαν επάνω του τα ταξίδια και τα ονείρατα, καθώς και ο Όμηρος, ο Βούδας, ο Νίτσε, ο Μπερξόν και ο Ζορμπάς. Επεξηγεί δε στην συνέχεια σε τι τον βοήθησε ο καθένας απ’ αυτούς, πράγμα που δείχνει ταυτόχρονα και τις συνιστώσες της πνευματικής του φυσιογνωμίας και προσφοράς. Λέει λοιπόν:

«Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι, σαν το δίσκο του ηλίου, που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα ο Βούδας, το άπατο κατάμαυρο μάτι, όπου πνίγεται και ημερώνεται ο κόσμος ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από μερικά άλυτα φιλοσοφικά ρωτήματα που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ’ έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια κι ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο».

Δεν είναι όμως δυνατόν ν’ αγαπά κανείς τη ζωή, χωρίς ν’ αγαπά τους ανθρώπους, επειδή ως εκ φύσεως κοινωνικό και πολιτικό ον δεν μπορεί να ζήσει έξω από την κοινωνία, με την οποία και συναλλάσσεται σχεδόν καθημερινά. Θεωρεί δε αδύνατη την ανύψωση του ανθρώπου χωρίς την αγάπη. Λέγει μάλιστα ρητά: «Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ». Αυτό νομίζω πως είναι το ύψιστο δίδαγμα και η μέγιστη πνευματική κληρονομιά στις επερχόμενες γενιές. Η μορφή της αγάπης και της θυσίας χαρακτηρίζεται από τον Καζαντζάκη τρισεύγενη (Αναφορά στον Γκρέκο). Η πεμπτουσία λοιπόν των στοχασμών και επιθυμιών του είναι ένα κήρυγμα αγάπης και συγκατάβασης, έννοιες βαθύτατα χριστιανικές και κατ’ επέκταση θρησκευτικές.



Η πορεία και οι άξονες των προβληματισμών του

Ο Καζαντζάκης, ο πολυπλάνητος αυτός σταυροφόρος της δημοκρατίας και ακαταπόνητος κυνηγός της αλήθειας, προσπαθούσε από την τρυφερή παιδική ηλικία έως την προχωρημένη ωριμότητά του– να πλησιάσει το απρόσιτο και να συμφιλιωθεί με την ιδέα, πως η φυσική απόληξη της ζωής είναι ο θάνατος. Προσπαθούσε να είναι αισιόδοξος παρά τις σχεδόν ανυπέρβλητες δυσχέρειες και τις αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, που φέρει η καταθλιπτική σκέψη της αφόρητα πικρής γεύσης της αποτυχίας. Ο ίδιος πολλές φορές δοκίμασε τη ζωογόνο χαρά της δημιουργίας και προσπάθησε να αποφύγει το φοβερό αδυσώπητο διχασμό της προσωπικότητας, που πολύ εύστοχα αποτύπωσαν ο Απόστολος Παύλος και ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του. Και οι δύο βλέπουν και επιδοκιμάζουν τα καλύτερα, ακολουθούν όμως τα χειρότερα. Η ιδέα αυτή αντικατοπτρίζει τη συνεχή πάλη του ανθρώπου με το κακό.

Σ’ όλα τα στάδια της πολυκύμαντης πορείας του ρηξικέλευθου, καινοτόμου και φιλοπρόοδου πνεύματος του δέσποζε ο αγώνας, που έκφραση του ήταν το χτίσιμο και το γκρέμισμα, η πλημμυρίδα κι η παλίρροια. Αυτός ήταν ο άξονας των στοχασμών, η δε αγάπη έδινε περιεχόμενο και νόημα στην εφήμερη ύπαρξή του. Ήξερε επίσης καλά πως ο εξαναγκασμός δεν είναι το ανώτερο σύμβολο ούτε η ασφαλέστερη εγγύηση της προόδου και της υπεροχής αλλ’ η πειθώ και ο λόγος. Αυτό που χαρακτηρίζει το έργο του είναι ο έντονος παλμός και ο πλατύς ορίζοντας του στοχασμού του, ο οποίος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια των μεταρσιώσεων και θεωρητικών συλλήψεων, η τολμηρή φαντασία, η διεισδυτική οξυδέρκεια, ο δυναμικός οραματισμός και το θελκτικό ύφος του λόγου. Στο κείμενό του ενυπάρχει πλήθος εκφραστικών μέσων, τα οποία καθιστούν πλουσιότερο το εννοιολογικό περιεχόμενο της γλώσσας μας. Γλώσσα και σκέψη δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα, αλλά συνδέονται στενά μεταξύ τους.

Φάνηκε, νομίζω, καθαρά πως η προβολή της πνευματικής φυσιογνωμίας του Νίκου Καζαντζάκη είναι θέμα δύσκολο, εδώ προσπάθησα να παρουσιάσω μια μικρή μόνο πτυχή της, έχοντας βέβαια επίγνωση των αδυναμιών και ατελειών, που εμπεριέχονται σε τέτοιου είδους εγχειρήματα. Αυτό οφείλεται αφενός στο ότι η προσωπικότητα κάθε στοχαστή δεν είναι ευδιάκριτη σ’ όλες τις φάσεις και τις εκδηλώσεις της αλλ’ ούτε και αναλλοίωτη, αφού συνεχώς ανασχηματίζεται και αναμορφώνεται κατά τη διάρκεια της γεμάτης κίνηση σωματικής και πνευματικής υπόστασης. Πάντως, με κίνδυνο να χαρακτηριστεί αυτό προγονοπληξία, θα μπορούσε ίσως να λεχτεί ότι η μεγάλη και. Δυνατή ευκρασία της πνευματικής παρουσίας του Έλληνα στοχαστή είναι ανεκτίμητη κληρονομιά, που βαραίνει τους ώμους και μας επισκιάζει, όπως και παρόμοιες μορφές του λαμπρού ελληνικού παρελθόντος.

Έτσι θα μας συνοδεύει πάντα η αδύνατη ηχώ μιας μακρινής φωνής που χάνεται σιγά σιγά και γίνεται ακατάληπτη στα βάθη των αιώνων, μα που επιτρέπεται νομίζω να ελπίζουμε πως δε θα σβήσει ποτέ, αλλά θα συνεχίσει να εκπέμπει ακόμα κάποιες αμυδρές αχτίδες φωτός .


Το κείμενο αυτό δόθηκε ως διάλεξη στο Ηράκλειο Κρήτης στις 6 Οκτωβρίου 2004
Συγγραφέας: Γιώργος Kουμάκης (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Iωαννίνων)
Πηγή: antikleidi.com
Συνέχεια. . . »

Κοινωνικά Δίκτυα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...